.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Η πόλη της κατάρας – Δημοσθένης Βουτυράς


Άνθρωποι ωχροί περπατούσαν, ωχροί με βήμα βαρύ, έμπαιναν στα χαμηλά, σαραβαλιασμένα μαγαζιά κι όλοι μαζί σιγά μιλούσανε, με πιασμένη τη φωνή, με μάτια θαμπά. Παρέες κουρελιάρηδων γυρίζανε με τα πόδια τους τυλιγμένα σε πανιά, για πέδιλα ή παπούτσια, γυναίκες ξυπόλητες με παιδιά στην αγκαλιά, παιδιά κίτρινα, αδύνατα και με κάτι σα γέρου να 'χουνε, παιδιά που γεννηθήκανε γέροι.
Είχεν έρθει το μεσημέρι. Κι οι άνθρωποι απ' τους δρόμους είχαν αραιώσει πολύ. Αλλά και μέσα στα μαγαζιά που είχανε μαζευτεί σιγά σιγά μιλούσανε, σβηστά, κουρασμένα, ή θα κρατούσανε μια σιωπή, όμοια με κείνη που μονάχα ο θάνατος φέρνει. Μύγες μεγάλες, μαύρες, χαλκόμυγες γυρίζανε πλήθος, όπως γυρίζουν στα μέρη που ψοφίμια πολλά βρίσκονται, και μια μυρουδιά μούχλας, σαπίλας, έβγαινε από παντού, απ' τους τοίχους, απ' τα τραπέζια κι απ' τους ανθρώπους αυτούς που κοντά τους περνούσες. Μα τι λέω; Απ' τους ανθρώπους έβγαινε ακόμα χειρότερη μυρουδιά. Μου φαινότανε να μυρίζανε μούχλα τάφου, τάφου που ανοίγουνε, να 'βγαινε μυρουδιά πεθαμένου, σάπιου...
Μήπως κοιμούμαι, ρώτησα τον εαυτό μου, ή μ' έριξεν η μοίρα μέσα σε πόλη βρυκολάκων;
Στο μαγαζί που 'χα μπει για να φάω δεν μπόρεσα να μείνω πολύ, απ' την ησυχία τόσων ανθρώπων που, κίτρινοι, σιωπηλοί, τρώγανε με μάτια θαμπά, σα νεκροί, σα να 'χανε νεκροί σηκωθεί απ' τους τάφους τους και τρώγανε...
Κι η μυρουδιά τους έβγαινε δυνατή, σου ερχότανε μυρουδιά τάφου που ανοίγουνε, μυρουδιά πεθαμένου. Και το παιδί με τη γέρικη όψη που ήρθε να πληρωθεί, και κείνο έτσι μύριζε... Αλλά δεν ήταν παιδί, ήτανε γέρος, γέρος με κάτι παιδικό!
Όταν βγήκα έξω, άκουσα μια φωνή δυνατή και στράφηκα.
Ήτανε μια γυναίκα σκελετωμένη, μια γριά σκελετωμένη, μισόγυμνη, με τα μάτια όλο ασπράδια, που, καθισμένη κάτω στις πλάκες κι ακουμπισμένη λίγο στον κολασμένο, γδαρμένο τοίχο του μαγαζιού, φώναζε και καταριότανε ζητώντας βοήθεια.
Ρωτώντας, πήγαινα να βρω δυο γνωστούς μου, δυο πατριώτες μου, που είχαν έρθει από χρόνια και μένανε στο μέρος αυτό.
Μα κι ο ήλιος ήταν τόσο φωτεινός, φώτιζε σαν ξεβαμμένος, σα να πέφταν οι ακτίνες του σε βαθύ, κατάβαθο μέρος. Έτσι θα πέφτουν και στον Άδη μέσα, για να τυραννούν και να θυμίζουνε στους κολασμένους τον κόσμο που αφήκαν...
Επιτέλους το βρήκα, βρήκα το κατάστημα του ενός.
Κοίταξα ψηλά και με χαρά είδα τ' όνομά του.
Αλλά μόλις έκαν να πάω μέσα να τον ζητήσω και να του δώσω γνωριμιά, στάθηκα. Είδα ένα γεροντάκι ζαρωμένο να κάθεται στη θέση του καταστηματάρχη. Αυτός δε θα 'τανε μέσα.
Ήταν έρημο την ώρα εκείνη το κατάστημα. Πέρα, σε μιαν άκρη, δυο μάτια κιτρινωπά με κοίταζαν. Τους έγνεψα. Σηκώθηκε ο άνθρωπος με τα κιτρινωπά μάτια και με μια ποδιά άσπρη κι ήρθε κοντά μου με βήμα αργό.
-Τι είναι; με ρώτησε σιγά.
-Ο κύριος Κωστέλας;
-Νάτος! μου είπε και μου 'δειξε το γεροντάκι.
Έμεινα! Αυτό το γεροντάκι κείνος! Εγώ τον ήξερα, όταν έφυγε, νέο, ξανθό, ροδαλό... και μην έλειπε ή ήταν τόσα πολλά χρόνια;...
Έφυγα γρήγορα. Πήγα για τον άλλον.
Μπήκα σ' ένα μαγαζάκι παλιό, όπως όλα ήταν εκεί σ' αυτή την πόλη, με γυρτούς τοίχους, που μύριζε φριχτά μούχλα, σαπίλα...
Εκεί σύχναζε είχα μάθει. Και ρώτησα.
-Τώρα σε λίγο θα 'ρθει, μου 'πε ένας κίτρινος και σκελετωμένος μεσόκοπος.
Κάθισα στο τραπεζάκι και διέταξα κρασί να μου φέρουνε.
Δεν το είχα πιει κι ο σκελετωμένος άνθρωπος μου λέει: -Έρχεται!
Περιμένω να τον δω. Και να, βλέπω ένα γεροντάκι με γυαλιά να μπαίνει μέσα σέρνοντας τα πόδια του...
-Ο κύριος σας θέλει, του λέει ο μαγαζάτορας.
Γύρισε και με κοίταξε.
-Ω! έκανε και με πλησίασε απλώνοντας τα χέρια.
-Βάσο! του φώναξα. Σα να είδα κάτι να φέρνει κείνο το γεροντάκι του φίλου μου.
Σφίξαμε τα χέρια.
-Μα πως έγινες έτσι; του είπα. Πως;
-Μη ρωτάς! Είμαι αγνώριστος, ε; Καταβλήθηκα...
-Κάτσε να πάρεις ένα κρασί!
Κάθισε και με κοίταξε με τα θαμπά μάτια του, τα θαμπά μάτια του τα δακρυσμένα, πίσω απ' τα μεγάλα γυαλιά του. Κι ήταν κάτασπρος, μουστάκια, γένια. Είχε όμως ακόμα το γένι κομμένο, όπως άλλοτε. Είπα και του 'φεραν κρασί. Το πήρε και το 'πιε μεμιάς.
Παρατήρησα πως κι αυτός έβγαζε τη μυρουδιά κείνη του τάφου που ανοίγουνε, του πεθαμένου που άλιωτος ακόμα βρίσκεται μέσα.
-Ας είναι! είπε με αναστεναγμό. Τι κακά έκανα που 'φυγα! Και μήπως δε μου το 'πε κάποιος, όταν ήρθα δω; Μου είπε: «Φεύγα, γιατί σε όχι πολύ δεν θα μπορείς πια! Φεύγα, γιατί θα πάθεις και συ απ' την αρρώστια που δέρνει όλους εδώ μέσα σ' αυτή την πόλη! Έχει αυτή η πόλη κάποια κατάρα. Αυτό το μέρος είναι καταραμένο...»
Έτσι μου 'πε, αλλ' εγώ δεν τον άκουσα, συρμένος από κάποιο κέρδος. Μετά λίγον καιρό όμως μου ήταν αδύνατο να φύγω, όσο κι αν είχα επιθυμία! Αδύνατο! Όσο κι αν έβλεπα ότι εδώ οι άνθρωποι σαπίζουν, και γερνούν πριν την ώρα τους, μου ήταν αδύνατο να φύγω. Ήμουνα σαν να είχα δεθεί με το μέρος αυτό... Έβλεπα πως εδώ η χαρά δεν υπάρχει κι ότι όλοι περιμένουν το θάνατο να τους λυτρώσει απ' αυτή τη ζωή, αλλά τι να κάνω; Μου ήταν αδύνατο να φύγω πια... Κι αν έφευγα, θα γύριζα γρήγορα πίσω! Κατόπι πήγα σε μέρη άλλα, που μοσκοβολούσε ο τόπος, οι άνθρωποι ήτανε γεμάτοι υγεία, αλλά δεν μπόρεσα να μείνω, όπως και ο καθένας απ' εδώ όταν πάει αλλού. Γύρισα πίσω. Με τραβούσε το μέρος αυτό όπως σύρει δυνατός μαγνήτης το σίδερο, με τραβούσε η μυρουδιά της μούχλας, της σαπίλας, κι ενώ δεν ήθελα να έρθω, ερχόμουνα!
Η μυρουδιά εκείνη που 'χαν όλοι, όταν μιλούσε, πιο δυνατά μου ερχόταν, σα να 'χε ανοίξει κοντά εκεί τάφος, τάφος και μιλούσε, που μέσα του βρισκόταν άλιωτος ο νεκρός ακόμα...



Δημοσθένης Βουτυράς
Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες
Εκδόσεις Τόπος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: