.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Περί Θεού – Harlan Ellison


...Ο Καρλ Σραγκ σήκωσε το κεφάλι καθώς ο άντρας από το Μπελόιτ έδενε τη ζώνη του. «Το αστείο σας ήταν πολύ κακόγουστο κύριε», είπε ψυχρά.
«Συμφωνώ», αποκρίθηκε ο άλλος. «Όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω μια θεωρητική ερώτηση, καθαρά υποθετική».
Ο ιερέας έκλεισε το περιοδικό στο πτυσσόμενο τραπεζάκι, σημαδεύοντας τη σελίδα με το στυλό του. Αναστέναξε καρτερικά και κοίταξε τον συνταξιδιώτη του με μια έκφραση που μαρτυρούσε ότι ετοιμαζόταν να παραδώσει μαθήματα χρηστομάθειας. «Μάλιστα. Και ποια είναι η ερώτηση;»
«Πιστεύετε στο Θεό;», είπε ο άντρας.
«Σοβαρολογείτε;»
«Ρωτάω για να ξεκινήσω από κάπου. Είστε ιερέας, άρα η απάντηση είναι ναι. Όμως τι γίνεται με τους θεούς, τους άλλους θεούς, όχι το Θεό όπως τον ξέρουμε;»
«Υπάρχει μόνον ένας Θεός και ο μονογενής του Υιός».
«Ναι, βέβαια, συμφωνώ απολύτως. Αλλά ας πάρουμε για μια στιγμή εκείνους τους κακόμοιρους αδαείς, σκλάβους των ειδωλολατρικών τους πεποιθήσεων. Τους Αιγύπτιους που πίστευαν στον Πτα, στον Θωθ, στον Άμμωνα. Τους Μάγους που λάτρευαν τον Ράξα Κακουλά και τον Κεραυνό. Τους Βίκινγκ με τον Οντίν, τον Λόκι και τους υπόλοιπους. Τους λαούς του Κίτρινου Ποταμού και τον Κουάν Τι, το θεό του πολέμου, και την Κουάν Γιν τη θεά του ελέους. Την Αλτιτζίρα των Αβοριγίνων, τον Πάπα Λέγκμπα των Αϊτινών, τον Κιβάτι των Ινδιάνων, τον Κρόνο των Ελλήνων. Θεοί, όλοι τους. Ισχυροί θεοί, ωραίοι θεοί, αποτελεσματικοί θεοί. Τι κάνουμε μ' αυτούς τώρα που πέρασε η εποχή τους;»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ τον κοίταξε ήρεμα. Ένιωθε σιγουριά τώρα που η κουβέντα είχε έρθει στα δικά του χωράφια. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, κύριε. Όπως σας είπα: υπάρχει μόνον ένας Θεός και τ' όνομά του είναι Ιεχωβάς. Κι έχει μόνον ένα Υιό, τον Ιησού Χριστό, το Σωτήρα μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι πρωτόγονη δαιμονολογία, φτηνές δεισιδαιμονίες, ειδωλολατρικές προλήψεις».
«Ναι, βεβαίως», είπε ο άντρας, σκύβοντας στο διάδρομο για να μαζέψει και να δώσει στον ηλικιωμένο μαύρο τη φθαρμένη κουβερτούλα που είχε πετάξει η κόρη του στη μοκέτα. «Αλλά θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μου τα φώτα σας ως θεολόγου, ως ανθρώπου του Θεού που έχει στοχαστεί σε βάθος αυτά τα πράγματα. Χρειάζομαι... πως να το πω... κάποια καθοδήγηση, ορισμένες αποσαφηνίσεις.
»Πάρτε για παράδειγμα τη μετάβαση από τον ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό στο μεσαιωνικό χριστιανισμό. Όταν διαβάζουμε γι' αυτή την κατακλυσμιαία αλλαγή στην ιστορία του δυτικού κόσμου, μας εντυπωσιάζει η κυρίαρχη, αυτάρεσκη αίσθηση του θριάμβου, είτε τη συναντούμε σε χριστιανούς ιστορικούς όπως ο Ευσέβιος της Καισαρείας είτε σε χριστιανούς απολογητές όπως ο Αυγουστίνος, που άγιασε επειδή υπήρξε κλακαδόρος του Ιησού–»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ γούρλωσε τα μάτια, προσπάθησε να μιλήσει, έβηξε, έβγαλε άναρθρους ήχους και τέλος τραύλισε «κ-κ-κ», το πρώτο γράμμα του κλακαδόρου. Ο άντρας από το Μπελόιτ προσπέρασε την αντίδρασή του μ' ένα ανυπόμονο κυμάτισμα του χεριού και συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Είμαστε και οι δύο άνθρωποι του κόσμου, δεν χρειάζεται να υπεκφεύγουμε. Ο Αυγουστίνος δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από δημόσιες σχέσεις για την πολιτική της ορθοδοξίας. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός έφτασε να γίνει επίσημη κρατική θρησκεία, αποδεκτή και σεβαστή απ' όλους, χωρίς αντιδράσεις και ανταγωνισμούς, είναι... για να το πω επιεικώς μονολιθική. Αλλά δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Ακόμη και το 385 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος δυσκολεύτηκε να απαγορεύσει την πίστη στο πάνθεον–»
Μιλούσε τόσο γρήγορα και τόσο στρωτά που μετά βίας κατάφερε ο αιδεσιμότατος Σραγκ να διακόψει αυτόν τον περίκομψο λεκτικό ποταμό.
«Ειδωλολατρεία! Να τι ήταν! Ανίδεες, απολίτιστες ορδές που παραπατούσαν στα σκοτάδια πριν λάμψει το φως του Χριστού!»
«Μα ναι, φυσικά, συμφωνώ ανεπιφύλακτα και μ' όλη μου την καρδιά», είπε ο άντρας από το Μπελόιτ, διακόπτοντας το λογύδριο του αιδεσιμότατου σαν να μην είχε προσέξει ότι τα μάτια του Σραγκ κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Αλλά βλέπετε πως χρησιμοποιείτε τη λέξη «ειδωλολατρεία»; Σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν υιοθέτησαν οι παγανιστές για τον εαυτό τους, αλλά επικράτησε για να διακρίνονται οι μη χριστιανοί επιζώντες, οι λεγόμενοι και «εθνικοί», μετά το βαθμιαίο εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και την επακόλουθη...»
«Ήταν βάρβαροι... ούτε τα κορδόνια τους δεν μπορούσαν να δέσουν... έβαφαν τα οπίσθιά τους γαλάζια και ξερίζωναν ο ένας την καρδιά του άλλου. Χόρευαν γυμνοί γύρω από φωτιές, ξεκοίλιαζαν τους εχθρούς τους κι έτρωγαν τα σπλάχνα τους... Ειδωλολάτρες... βάρ-βα-ροι!» Η φωνή του είχε υψωθεί, τραβώντας την προσοχή των συνεπιβατών. Ο άντρας από το Μπελόιτ χαμογέλασε αμήχανα στον ηλικιωμένο μαύρο απέναντι, αλλά εκείνος βιάστηκε να στραφεί στην κόρη του που επαναλάμβανε επίμονα δύο λέξεις: «Κάνει πιπί». Ο άντρας γύρισε στον αιδεσιμότατο Σραγκ και είπε: «Μα ούτ' εγώ επικροτώ τέτοιες συμπεριφορές, ιδίως το βάψιμο των κώλων, αλλά το γεγονός ότι τους αποκαλείτε βαρβάρους φανερώνει ότι δεν γνωρίζετε την ιστορία τους».

«Π-π-ποια ιστορία;»
«Για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι που σκάβουν στην Πάμπα-ντε-λας-Λιάμα Μοξέκε και στο Σετσίν Άλτο στις περουβιανές Άνδεις, δέκα χιλιάδες παγωμένα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ανακάλυψαν έναν πολιτισμό που προηγείται εκείνου των Μάγιας κατά δύο χιλιάδες χρόνια και των Αζτέκων κατά τρεις.
»Τεράστιοι ναοί σε σχήμα U με δέκα ορόφους. Μια απέραντη αποθήκη, μεγαλύτερη από γήπεδο του μπέιζμπολ φιλοξενούσε τις σοδειές τους. Τα κτίρια ήταν υπέροχα διακοσμημένα με ζωγραφιές ιαγουάρων, αραχνών, ερπετών». Έγειρε μπροστά και ψιθύρισε: «Τα ζωηρά τους χρώματα διατηρήθηκαν άθικτα χάρη στο ψυχρό και ξηρό κλίμα των Άνδεων. Γιατί νομίζετε ότι εγκαταστάθηκαν σε τέτοιο υψόμετρο, σ' ένα τόσο εχθρικό για τον άνθρωπο περιβάλλον, και ανέπτυξαν το θαυμαστό τους πολιτισμό την ίδια εποχή που οι Αιγύπτιοι έχτιζαν τις πυραμίδες και οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων άκμαζαν;
»Μήπως για να βρίσκονται κοντύτερα στους θεούς που λάτρευαν; Το θεωρείτε πιθανό; Βάλτε για μια στιγμή στην άκρη την «ειδωλολατρεία» και το μπογιάτισμα των κώλων και απαντήστε μου».
«Θα σταματήσετε επιτέλους να επαναλαμβάνετε αυτή τη λέξη!»
«Ποια, την ειδωλολατρεία;”
«Όχι, την άλλη».
«Α, λέτε για τους κω–»
«Ναι! Ναι, αυτήν!»
«Πρόθεσή μου δεν ήταν να προσβάλλω τις ευαισθησίες σας, αιδεσιμότατε. Εγώ απλώς μιλούσα για εναλλακτικούς θεούς. Εσείς μιλήσατε για το βάψιμο των ...»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ βιάστηκε να επέμβει. «Δεν υπήρξαν ποτέ αυτοί οι θεοί», είπε. «Μέχρι να αποκαλυφθεί ο Λόγος, οι ειδωλο-ε... οι παγανιστές πίστευαν σε περίεργα και απίθανα πράγματα».
«Μμμ, καταλαβαίνω. Οπότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «εθνικοί» μάρτυρες, όπως η Υπατία της Αλεξάνδρειας, πέθαναν για το τίποτα. Αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω–» κι έριξε μια φευγαλέα ματιά απέναντι όπου η προετοιμασία για το «πιπί» συνεχιζόταν «τι θα έκανε ένας τέτοιος θεός, ένας παρωχημένος θεός, ένας παρωχημένος θεός, στην περίπτωση που έχανε όλους τους οπαδούς του, μ' όλες του τις Υπατίες λιθοβολημένες μέχρι θανάτου από καλούς χριστιανούς, έχοντας μείνει χωρίς πιστούς, εκτός από κάνα-δυο σατανιστές εδώ κι εκεί, κάτι άπληστα υποκείμενα που προσπαθούν να τον επαναφέρουν για να διαλέξει τα τυχερά νούμερα του Λότο; Ε; τι θα έκανε τότε;»
«Δεν μποροώ να κάνω τέτοιου είδους εικασίες κύριε», είπε ψυχρά ο Σραγκ.
«Τίποτα;»
«Απολύτως».
«Δεν πιστεύετε ότι ίσως η Ήρα να το 'ριχνε στο κρασί και να κατέληγε μια αντιπαθέστατη μπέκρω;»
«Μα τι αήδιες είναι αυτές!»
«Μήπως ο Τζίζο, αυτή η παντοδύναμη ιαπωνική θεότητα, έπεφτε σε κατάθλιψη και σκεφτόταν σοβαρά να κάνει χαρακίρι;»
«Ποιος; Τι;»
«Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: μου λέτε ότι δεν το θεωρείτε πιθανό να συνέχισε ο Δίας να υπάρχει αφού ο Κωνσταντίνος εξανάγκασε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν και, καθώς κανείς δεν του απηύθυνε πια προσευχές, ούτε καν πασάλειβε με μια στάλα μπογιάς τα πισινά του, να βαρέθηκε τη ζωή του και να τίναξε τα ολύμπια μυαλά του στον αέρα;»
Ο ιερέας τον κοίταξε έξαλλος από θυμό. Κι έπειτα γύρισε επιδεικτικά το κεφάλι, πήρε το περιοδικό, το άνοιξε και έπιασε πάλι το σταυρόλεξο.
«Δεκαέξι κάθετα», είπε χαλαρά ο άντρας από το Μπελόιτ, «λέξη με εννέα γράμματα, συνώνυμο του “ανεκτός”: υποφερτός».
Ο ιερέας δεν απάντησε ούτε στράφηκε να τον κοιτάξει όταν ο άντρας από το Μπελόιτ έλυσε τη ζώνη του και σηκώθηκε για ν' ακολουθήσει τον ηλικιωμένο μαύρο που συνόδευε την κόρη του στις τουαλέτες στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Περίμενε όσο ο πατέρας ψιθύριζε στην κοπέλα: «Πήγαινε τώρα να κάνεις πιπί Έβελιν. Ξέρεις εσύ. Μπράβο το κοριτσάκι μου». Της άνοιξε την πόρτα λέγοντας: «Πρόσεξε μην ακουμπήσεις το σύρτη, γλυκιά μου. Θα μπεις, θα κάνεις το πιπί σου και θα βγεις. Εντάξει, καρδούλα μου;»
Η κοπέλα μπήκε κι εκείνος έκλεισε την πόρτα, χαμογελώντας αμήχανα στον άντρα που περίμενε πίσω του για να περάσει στο διπλανό κουβούκλιο.
Ο άντρας από το Μπελόιτ μπήκε στην τουαλέτα που συγκοινωνούσε μ' εκείνη όπου η Έβελιν κατέβαζε αργά και προσεκτικά πρώτα την κιλότα της και μετά την πάνα βρακάκι. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, πέρασε το χέρι του από το διάκενο ανάμεσα στα δύο WC και άγγιξε την Έβελιν στο κεφάλι. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια.
«Κοιμήσου καλό μου παιδί. Σ' αγαπούν μ' όλη τους την καρδιά, αλλά δεν τους έχουν μείνει πολλά χρόνια. Άφησέ τους να ζήσουν».
Και δημιούργησε το ανεύρυσμα και το έκανε να εκραγεί και το κορίτσι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο άντρας τράβηξε το καζανάκι, βγήκε από την τουαλέτα και πέρασε δίπλα από τον ηλικιωμένο μαύρο που γονάτιζε στο διάδρομο και φώναζε το όνομα της κόρης του.
Επέστρεψε στη θέση του. Η μάνα τινάχτηκε καθώς μια αεροσυνοδός έσκυβε από πάνω της για να της ψιθυρίσει κάτι. Πανικόβλητη, προσπάθησε να σηκωθεί, διαπίστωσε πως φορούσε ακόμη τη ζώνη, βάλθηκε να την τραβολογάει χωρίς να καταφέρνει να τη λύσει μέχρι που η αεροσυνοδός τη βοήθησε κι έπειτα έτρεξαν και οι δύο κατά τις τουαλέτες.
Ο άντρας από το Μπελόιτ έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε τον κοιμισμένο. Δεν περίμενε βέβαια να του ξαναμιλήσει ο αιδεσιμότατος Καρλ Σραγκ, αλλά ήθελε ν' αποτραβηχτεί όσο γινόταν. Ν' αποτραβηχτεί και να σκεφτεί με την ησυχία του την ανακούφιση που θα ένιωθαν, έστω και στιγμιαία, οι γονείς του κοριτσιού πριν αρχίσουν να διαχειρίζονται την οδύνη της απώλειας.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και από κάτω τους τα σύννεφα τραβούσαν το δρόμο τους.


Harlan Ellison
Το Πουλί του Θανάτου και Άλλες Ιστορίες
Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις – Βιβλιοπωλείο «Η Άγνωστη Καντάθ» 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: