.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Μεταξύ αγρύπνιας και ύπνου – Edgar Allan Poe


Κάποιος Γάλλος – μάλλον ο Μονταίνιος – λέει: «Οι άνθρωποι μιλούν για τη σκέψη, αλλά σ' ό,τι αφορά εμένα δεν σκέφτομαι ποτέ, εκτός από την περίπτωση που κάθομαι να γράψω». Είναι αυτό το δεν σκεφτόμαστε ποτέ, εκτός από την περίπτωση που καθόμαστε να γράψουμε, που είναι η αιτία τόσων συνθέσεων χωρίς ενδιαφέρον. Ίσως όμως να υπάρχει κάτι πιο περίπλοκο στην παρατήρηση του Γάλλου, απ' ό,τι διαβάζει το μάτι. Είναι βέβαιο πως απλώς και μόνον η πράξη της σύνταξης ενός κειμένου, συντείνει, σε μεγάλο βαθμό, στη λογικοποίηση της σκέψης. Κάθε φορά που λόγω της ασάφειάς της, είμαι δυσαρεστημένος με μια σκέψη του μυαλού, καταφεύγω αμέσως στην πένα, σκοπεύοντας να πετύχω με τη βοήθειά της την αναγκαία μορφή, τη συνέπεια και την ακρίβεια της σκέψης.
Πόσο πολύ συχνά ακούμε να παρατηρούν ότι αυτές κι αυτές οι σκέψεις είναι πέρα από την επικράτεια των λέξεων! Δεν πιστεύω πως κάθε σκέψη, που αξίζει να λέγεται έτσι, είναι απρόσιτη από τη γλώσσα. Μάλλον υποθέτω ότι όπου είναι αποδεδειγμένη η δυσκολία στην έκφραση, υπάρχει, στη νόηση που δοκιμάζει κάτι τέτοιο, μια απουσία μεθόδου ή περίσκεψης. Σ' ό,τι αφορά εμένα, ουδέποτε είχα μια ιδέα που δεν μπορούσα να την αποδώσω με λέξεις, με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια απ' ό,τι τη συνέλαβα: καθώς παρατήρησα προηγουμένως, η σκέψη λογικοποιείται μέσω της προσπάθειας να εκφραστεί γραπτώς.
Υπάρχει, εντούτοις, μια κατηγορία φαντασιώσεων εξαιρετικής ευαισθησίας, που δεν είναι σκέψεις και προς τις οποίες ως τώρα είδα πως είναι απολύτως αδύνατο να προσαρμόσω τη γλώσσα. Χρησιμοποιώ τη λέξη φαντασίωση τυχαία και μόνον επειδή πρέπει να χρησιμοποιήσω κάποια λέξη. Όμως η ιδέα που κοινώς συνδέεται με τον όρο δεν είναι ούτε στο ελάχιστο εφαρμόσιμη σ' αυτή τη φευγαλέα έννοια για την οποία μιλούμε. Μου φαίνεται περισσότερο ότι αναφέρεται στην ψυχή παρά στη νόηση. Εκδηλώνεται στην ψυχή (αλίμονο, πόσο σπάνια!), μόνο στις περιόδους της πιο έντονης ηρεμίας – όταν η σωματική και η διανοητική υγεία είναι σε τέλεια κατάσταση – και σ' εκείνες τις μοναδικές στιγμές όπου τα όρια του εν εγρηγόρσει κόσμου αναμιγνύονται μ' εκείνα του κόσμου των ονείρων. Αντιλαμβάνομαι αυτές τις «φαντασιώσεις» μόνο όταν είμαι έτοιμος να κοιμηθώ, με την επίγνωση ότι βρίσκομαι μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Ικανοποιήθηκα όταν κατάλαβα ότι αυτή η κατάσταση υπάρχει, αλλά για μια ανεπαίσθητη χρονική στιγμή – που, ωστόσο, είναι γεμάτη από αυτές τις «φευγαλέες σκιές». Και για μια απόλυτη σκέψη απαιτείται εδώ χρονική διάρκεια.
Οι «φαντασιώσεις» αυτές περικλείουν μια απολαυστική έκσταση που είναι τόσο πέρα από την πιο απολαυστική έκσταση του κόσμου της αγρύπνιας ή των ονείρων, όσο ο Ουρανός της θεολογίας του Νόρτον* είναι πέρα από την Κόλασή της. Ατενίζω τα οράματα, ακόμα κι όταν παρουσιάζονται, μ' ένα δέος, που ως ένα βαθμό μετριάζει ή ηρεμεί την έκσταση – τα ατενίζω λοιπόν με μια πεποίθηση (που μοιάζει να είναι μέρος της ίδιας της έκστασης), ότι αυτή η έκσταση, αυτή καθαυτή έχει ένα χαρακτήρα θείο σε σχέση με την Ανθρώπινη Φύση – είναι ένα αστραπιαίο κοίταγμα του πέρα από το πνεύμα κόσμου. Και φτάνω σ' αυτό το συμπέρασμα – αν αυτός ο όρος είναι καθόλου εφαρμόσιμος στη στιγμιαία ενόραση – με την αντίληψη ότι η τέρψη που βιώθηκε έχει ως στοιχείο της μόνο την απολυτότητα του καινοφανούς. Λέω «απολυτότητα», διότι σ' αυτές τις φαντασιώσεις – επιτρέψτε μου να τις ορίσω τώρα ως ψυχικές εντυπώσεις – δεν υπάρχει πραγματικά τίποτε που, έστω και κατά προσέγγιση, να θυμίζει τις εντυπώσεις που συνήθως αποκτούμε. Είναι σαν οι πέντε αισθήσεις να έχουν αντικατασταθεί από πέντε μυριάδες άλλες, ξένες ως προς τον θνητό άνθρωπο.
Τώρα, είναι τόσο ολοκληρωτική η πίστη μου για τη δύναμη των λέξεων, ώστε κατά καιρούς πιστεύω πως είναι δυνατό να κάνω χειροπιαστή ακόμα και την εξαφάνιση των φαντασιώσεων, έτσι όπως επιχείρησα να τις περιγράψω. Σε πειράματα προς αυτό το σκοπό, έχω φτάσει ακόμα κι ως το σημείο, πρώτ' απ' όλα, να ελέγχω (όταν η σωματική και διανοητική υγεία είναι σε καλή κατάσταση), την ύπαρξη αυτής της κατάστασης: με άλλα λόγια, μπορώ τώρα (εκτός και αν είμαι άρρωστος), να είμαι βέβαιος ότι η κατάσταση θα προκύψει, αν το θελήσω τόσο πολύ, στο χρονικό σημείο που ήδη περιέγραψα. Για τον ερχομό αυτής της κατάστασης ποτέ δεν μπορούσα, ως πρόσφατα ακόμα, να είμαι βέβαιος, ακόμα και κάτω από τις ευνοϊκότερες συνθήκες. Θέλω να πω, κυρίως, ότι τώρα μπορώ να είμαι βέβαιος, όταν όλες οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, για τον ερχομό αυτής της κατάστασης, και να νιώθω ακόμα πως έχω τη δύναμη να την προκαλώ ή να την επιβάλω. Οι ευνοϊκές συνθήκες, πάντως, δεν είναι οι λιγότερο σπάνιες – αλλιώς θα είχα ήδη εξαναγκάσει τον Ουρανό να έρθει στη Γη.
Κατά δεύτερο λόγο, προχώρησα τόσο πολύ ώστε να μπορώ να εμποδίσω την παρέκκλιση από το σημείο για το οποίο μίλησα – το σημείο όπου συγχέονται η αγρύπνια με τον ύπνο και να εμποδίζω κατά τη θέλησή μου το πέρασμα από αυτό το μεταίχμιο στην κυριαρχία του ύπνου. Όχι ότι μπορώ να δώσω διάρκεια στην κατάσταση αυτή, όχι ότι μπορώ να κάνω το χρονικό αυτό σημείο κάτι περισσότερο από χρονικό σημείο, αλλά ότι μπορώ να μετακινηθώ από το σημείο αυτό προς την εγρήγορση κι έτσι να μεταφέρω αυτό το ίδιο το σημείο στη σφαίρα της Μνήμης, μεταβιβάζοντας τις εντυπώσεις του ή, πιο σωστά, τις ενθυμήσεις του, σε μια κατάσταση όπου (μολονότι ακόμα για μια πολύ σύντομη χρονική περίοδο), μπορώ να τις παρατηρώ μ' ένα εξεταστικό και αναλυτικό μάτι.
Γι' αυτούς τους λόγους, δηλαδή επειδή στάθηκα ικανός να καταφέρω μόνο τόσα, δεν παύω να ελπίζω ολότελα ότι θα ενσωματώσω σε λέξεις, τουλάχιστον, αρκετές από τις φαντασιώσεις που όπως είπα μεταφέρω, σε ορισμένες κατηγορίες νόησης, τη σκιώδη σύλληψη του χαρακτήρα τους.
Λέγοντάς τα αυτά δεν θα πρέπει να σας κάνω να υποθέσετε ότι οι φαντασιώσεις ή οι ψυχικές εντυπώσεις, στις οποίες αναφέρομαι, είναι περιορισμένες στο ατομικό μου είναι. Δεν είναι, με μια λέξη, κοινές σ' όλους τους ανθρώπους, γιατί, στο σημείο αυτό, είναι μάλλον αδύνατο ότι θα μπορούσα να διαμορφώσω μια σταθερή γνώμη. Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι περισσότερο βέβαιο από το ότι και μια επί μέρους ακόμα καταγραφή των εντυπώσεων θα τρόμαζε την κοινή λογική των ανθρώπων, λόγω της υπεροχής του καινοφανούς του υλικού που χρησιμοποιήθηκε και λόγω των παρεπόμενων προτάσεων. Συνοπτικά, αν ποτέ μου γράψω κάτι πάνω σ' αυτό το θέμα, ο κόσμος θα αναγκαστεί να αναγνωρίσει ότι, τουλάχιστον, έχω κάνει κάτι το πρωτότυπο.



____________________________
* Ο Πόε αναφέρεται μάλλον στον Τόμας Νόρτον (1532-1584), Άγγλο δραματουργό που έγραψε την πρώτη αγγλική τραγωδία (Σ.τ.Μ)




EDGAR ALLAN POE
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΩ ΓΙΑΝΝΑ ΧΛΑΜΠΕΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ 1982

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ο θάνατος – Σοφία Άντζακα


Μιλάμε... οι άνθρωποι, για τις χαρές της ζωής, για ηδονές, δόξες, μεγαλεία, αναγνώριση, κάνουμε σχέδια για έρωτες, για γάμους, για διαιώνιση του είδους.

…... ….. ….. ….. ….. ….. ….. ….. …. ….. …... ….... …... ….... ….. …... ….. ….. ….. ….. …... ….. …
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δεν βρίσκεται πουθενά.
Αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζονται(*)
…... ….. ….. ….. ….. ….. ….. ….. …. ….. …... ….... …... ….... ….. …... ….. ….. ….. ….. …... ….. …
Όσοι είναι επιστήμονες προσθέτουν σ' όλα αυτά και τα όνειρά τους γιατην προώθηση της επιστήμης, για έρευνες, ανακαλύψεις, εφευρέσεις, εξερευνήσεις, διερευνήσεις και κατακτήσεις νέων οριζόντων. Και κανείς δεν υποπτεύεται ότι κουβαλάει μέσα του τον θάνατο.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η λήθη του θανάτου είναι μια ευλογία αφού, διαφορετικά, ο άνθρωπος δεν θα είχε όρεξη για ζωή και για επιστημονικές ανακαλύψεις.
Πραγματικά, αν καλοεξετάσει κανείς την κατάσταση, αντιλαμβάνεται ότι σχεδόν όλος ο κόσμος ενεργεί σαν να μην πρόκειται να πεθάνει ποτέ ή σαν να πρόκειται να ζήσει χίλια χρόνια.
Αν έχουμε τον λεγόμενο «πολιτισμό» το οφείλουμε στο ότι λησμονούμε τον θάνατο που φωλιάζει μέσα μας. Σχεδόν ολόκληρο το οικοδόμημα της «προόδου» στηρίζεται στη λησμονιά του τρομαχτικού αυτού γεγονότος.
Ίσως να πει κανείς ότι δεν έχει νόημα να εντρυφά σ' ένα γεγονός που αργεί συνήθως να συμβεί στη ζωή των ατόμων, εκτός από εξαιρέσεις. Και όταν βρισκόμαστε μπροστά στην εξαίρεση, στο θάνατο νηπίων, παιδιών ή νεαρών ατόμων, το γεγονός μας ξενίζει, μας φαίνεται αφύσικο. Τόσο βαθειά είναι ριζωμένη μέσα μας η αυθαίρετη και αστήρικτη πεποίθηση ότι το φυσιολογικό για κάθε άνθρωπο είναι να ζήσει τουλάχιστον ογδόντα χρόνια. Όσο για το ίδιο το γεγονός του θανάτου, έχουμε και γι' αυτό τη βαθειά ριζωμένη πεποίθηση ότι περιορίζεται στη φευγαλέα χρονική στιγμή της τελευταίας πνοής. Μόνο τότε δεχόμαστε ότι επισκέπτεται τον άνθρωπο ο θάνατος.
Αν θέλαμε, όμως, να προσέξουμε, αν θέλαμε να είμαστε πιο ανοιχτοί και πιο ευαίσθητοι στο τι γίνεται μέσα σ' εμάς τους ίδιους, θα είχαμε σχηματίσει μιαν εντελώς διαφορετική εικόνα για τον θάνατο.
Τότε, θα αντιλαμβανόμαστε ότι τη στιγμή της σαρκικής μας σύλληψης συντελείται και η σύλληψη του θανάτου. Ή καλύτερα, θα βλέπαμε δύο ταυτόχρονες συλλήψεις, αλλά με μια και μόνη δηλαδή με τη σύλληψη του θανάτου αφού η σάρκα είναι θάνατος.
Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, της σύλληψης του θανάτου μέσα στη μήτρα της μητέρας μας, αρχίζει η ανάπτυξή του. Όταν γεννηθεί έξω από τη μήτρα, αρχίζει να αναπτύσσει όχι μόνο τα σωματικά όργανά του, αλλά και τα πιο εσωτερικά, τη σκέψη και το συναίσθημα, όλα φθαρτά. Με αυτά του τα εργαλεία χτίζει τον πολιτισμό, φτιάχνει τις επιστήμες, κατακτά τη σελήνη και το διάστημα, κατασκευάζει ατομικές βόμβες, απειλεί με καταστρεπτικούς πολέμους, καταρρίπτει ρεκόρ ταχύτητας στους εναέριους χώρους, επινοεί μέσα μαζικής επικοινωνίας για να πληροφορούνται οι άνθρωποι τις ειδήσεις του θανάτου, που τις αποκαλούν «επεισόδια ζωής».

* * *

Κάθε μέρα της «ζωής» μας, μεγαλώνει και αυξάνει ο θάνατος, κάθε μέρα απλώνεται όλοι και πιο πολύ στο σώμα μας, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο τη σκέψη και το συναίσθημά μας. Και μας έχει πείσει ότι εκτρέφουμε τη ζωή, ότι αυτήν αναπτύσσουμε μέσα μας, ότι είμαστε φορείς της.
Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε παρά μια συσκευή θανάτου, μια συσκευή φτιαγμένη από υλικό θανάτου, ότι μέσα μας ζει και θεριεύει μια απάνθρωπη Αρχή. Τρέφεται και μεγαλώνει για τον εαυτό της. Μας χρησιμοποιεί για δικούς της σκοπούς. Πολλαπλασιάζει το δικό της είδος μέσα από μας, φτιάχνει τον δικό της πολιτισμό με τα θνητά μας όργανα, χτίζει, χτίζει, σαν μανιακή, με κομμένη την ανάσα, περνάει τη σκυτάλη της από μήτρα σε μήτρα, χωρίς κορεσμό.

* * *

Ο θάνατος δεν ζει έξω από τη σάρκα, έξω από τη σκέψη και το συναίσθημα. Είναι η σάρκα, η σκέψη και το συναίσθημα. Κι επειδή ο θάνατος αγνοεί τη ζωή, είναι αποκομμένος από την περιοχή της.
«Και γιατί δεν βλέπουμε την περιοχή της ζωής;» ίσως ρωτήσει κανείς.
Μα πως να τη δούμε αφού η ζωή δεν έχει σχέση με τη σάρκα, δηλαδή με το θάνατο; Είναι δυνατό με τα μάτια του θανάτου, δηλαδή τα θνητά, τα σαρκικά μας μάτια, να δουν ό,τιδήποτε δεν είναι θάνατος; Είναι δυνατό η σκέψη μας, που είναι η σκέψη του θανάτου, να συλλάβει την έννοια της Ζωής; Είναι δυνατό το συναίσθημά μας, που είναι συναίσθημα του θανάτου, να νιώσει τη δόνηση της Ζωής;
Ο θάνατος έχει χτίσει ολόκληρα οικοδομήματα φιλοσοφίας με τη σκέψη του, προσπαθώντας να συλλάβει ένα ψήγμα Ζωής. Έχει φτιάξει ένα τεράστιο οικοδόμημα τέχνης για τον ίδιο λόγο. Αλλά ό,τι έχει οικοδομήσει, όσο κι αν οι άνθρωποι τα αποκαλούν αθάνατα μνημεία τέχνης, πολιτισμού ή σκέψης, μυρίζουν θάνατο.
Τι φοβερή εικόνα, αλήθεια! Γεννιόμαστε σαν θάνατος, ζούμε σαν θάνατος, δηλαδή μας ζει και μας κινεί ο θάνατος ώσπου να μας καταλάβει ολόκληρους τη στερνή μέρα της «ζωής» μας και να μας παραδώσει στην άλλη του φάση, τη φάση της ακινησίας.
Ο θάνατος «ζει» ανάμεσα σε δύο φάσεις. Της πρόσθεσης και της αφαίρεσης. Όταν συμπληρωθεί η μια αρχίζει η άλλη και πάλι από την αρχή, σε μιαν ατέλειωτη, ασφυκτική ανακύκλιση.
Ώστε, λοιπόν, δεν υπάρχει τίποτα το ζωντανό μέσα μας; Μέσα σ' αυτό το σώμα του θανάτου; Και βέβαια υπάρχει. Το θίξαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Είναι κάτι σφήνες Ζωής και αθανασίας από περιοχές που δεν έχουν σχέση με τον θάνατο. Αλλά πως να πεισθεί κανείς ότι όσο δεν λειτουργούν μέσα στο σώμα του, στο σώμα του θανάτου, οι δυνάμεις της Ζωής, είναι ταυτόσημος με τον θάνατο, που τον πιστεύει για Ζωή:
Τα όσα ελέχθησαν πάρα πάνω, μας φέρνουν στο νου μια μοναδική συνειδητοποίηση του θανάτου διατυπωμένη με την απαράμιλλη ευαισθησία ενός ποιητή(**)
…... ….. ….. ….. ….. ….. ….. ….. …. ….. …... ….... …... ….... ….. …... ….. ….. ….. ….. …... ….. 

Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μοναχά μυστικά κανάλια,
με αργό βήμα προχωρεί, απ' την πρώτη εκείνη μέρα.

Αν το αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θάχεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δεν θα την αισθανθείς.
Γιατί θάβλεπες τότε, αυτό που λένε θάνατο
να φορεί το δικό σου πρόσωπο στο πρόσωπό του.


___________
(*)Από το «Τετράδιο Γυμνασμάτων» του Γ. Σεφέρη. Ίδε Σ. Άντζακα «Η Άλλη Ζωή στην ποίηση του Γ. Σεφέρη
(**)Μέρος από το ποίημα «Γεύση Θανάτου» από τη συλλογή «Επιθανάτια και Σάτυρες» του Γ. Θ. Βαφόπουλου




ΣΟΦΙΑ Ζ. ΆΝΤΖΑΚΑ
ΔΕΣΜΟΤΡΟΠΙΑ
Η ΤΕΧΝΗ Της ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΠΑΓΕΙΡΙΑ 1991



Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Η γέφυρα – Martin Heidegger


Η γέφυρα, αιωρούμενη «ανάλαφρα και δυνατά», υψώνεται επάνω από τον ποταμό. Δεν συνδέει απλώς όχθες που προϋπάρχουν. Οι όχθες προβάλλουν το πρώτον ως όχθες κατά τη διάβαση της γέφυρας. Η γέφυρα αφήνει τις όχθες κατ' ιδίαν (ιδιαιτέρως) να κείνται η μια έναντι και ταυτοχρόνως υπεράνω της άλλης. Η μια πλευρά διακρίνεται από την άλλη μέσω της γέφυρας. Επιπλέον οι όχθες δεν εκτείνονται κατά μήκος του ποταμού ως αδιάφορες μεθοριακές λωρίδες χερσαίου εδάφους. Με τις όχθες η γέφυρα φέρνει εκάστοτε πλησίον του ποταμού τις εκτάσεις του τοπίου που απλώνεται πίσω από τις όχθες. Φέρνει ποταμό, όχθη και έδαφος σε σχέσεις αμοιβαίας γειτνιάσεως. Η γέφυρα περισυλλέγει τη γη ως τοπίο γύρω από τον ποταμό. Έτσι οδηγεί και συνοδεύει τον ποταμό κατά τη διέλευσή του μέσα από τα λιβάδια. Οι ορθοστάτες της γέφυρας, στηριζόμενοι στην κοίτη του ποταμού, υπομένουν την αιώρηση των τόξων, τα οποία αφήνουν τα ύδατα του ποταμού να ακολουθούν τη δική τους πορεία. Είτε τα ύδατα διατηρούν την πορεία τους γαλήνια και ζωηρά, είτε πέφτουν κατά κύματα με ορμή επάνω στους ορθοστάτες όταν ανοίγουν οι καταρράκτες του ουρανού ή όταν λιώνουν τα χιόνια, η γέφυρα είναι έτοιμη για τους καιρούς του ουρανού και για την ευμετάβλητη ουσία τους. Ακόμη και εκεί όπου η γέφυρα σκεπάζει τον ποταμό κρατά τη ροή του ανοικτή στον ουρανό με το να την υποδέχεται για μια στιγμή στην τοξωτή πύλη και να την ελευθερώνει την αμέσως επόμενη στιγμή από μέσα της.
Η γέφυρα αφήνει τον ποταμό να ακολουθεί την πορεία του και συγχρόνως χορηγεί στους θνητούς τη δική τους οδό ώστε να πορεύονται και να ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο. Οι γέφυρες οδηγούν και συνοδεύουν με ποικίλους τρόπους. Η γέφυρα της πόλης οδηγεί από την περιοχή των ανακτόρων στην πλατεία του καθεδρικού ναού, η γέφυρα του ποταμού που βρίσκεται έξω από την κωμόπολη άγει άμαξες και υποζύγια στα γύρω χωριά. Η αφανής διάβαση της παλαιάς πέτρινης γέφυρας επάνω από τον ποταμό παρέχει στην άμαξα η οποία είναι γεμάτη με τον καρπό της συγκομιδής, τον δρόμο της από το λιβάδι στο χωριό, μεταφέρει το φορτίο με τα ξύλα από το μονοπάτι του αγρού στη δημοσιά. Η γέφυρα του αυτοκινητόδρομου είναι ενταγμένη στο οδικό δίκτυο που υπηρετεί βάσει υπολογισμών και με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο την κυκλοφορία σε μακρινές αποστάσεις. Κάθε φορά και πάντοτε με διαφορετικό τρόπο η γέφυρα οδηγεί και συνοδεύει προς τα εδώ και προς τα εκεί τα διστακτικά και ανυπόμονα βήματα των ανθρώπων, ώστε αυτοί να μεταβαίνουν σε άλλες όχθες και να φτάνουν εν τέλει ως οι θνητοί στην άλλη πλευρά. Άλλοτε με ψηλά και άλλοτε με χαμηλωμένα τόξα, η γέφυρα αιωρείται επάνω από τον χείμαρρο και το φαράγγι, είτε οι θνητοί συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο αιωρούμενο στοιχείο της διέλευσης μέσω της γέφυρας, είτε λησμονούν ότι, ήδη πάντοτε καθ' οδόν προς την έσχατη γέφυρα, επιχειρούν κατά βάσιν να υπερβούν ό,τι είναι σύνηθες και καταστροφικό σε αυτούς, ώστε να αχθούν ενώπιον του σώζοντος στοιχείου του θείου. Η γέφυρα ως η αιωρούμενη διέλευση συλλέγει ενώπιον των θεοτήτων, είτε στοχαζόμαστε την παρουσία τους κατ' ιδίαν [ιδιαιτέρως] και εκφράζουμε την ευχαριστία μας για αυτή τους την παρουσία με εμφανή τρόπο, όπως με τη μορφή του αγίου της γέφυρας, είτε εξακολουθούμε να την παραποιούμε ή ακόμη και να την παραμερίζουμε.
Η γέφυρα περισυλλέγει γύρω από τον εαυτό της, με τον δικό της τρόπο γη και ουρανό, τις θεότητες και τους θνητούς.
Περισυλλογή σημαίνει σύμφωνα με μια παλαιά λέξη της γερμανικής γλώσσας «thing». Η γέφυρα είναι – και μάλιστα ως η χαρακτηρισμένη με τον παραπάνω τρόπο περισυλλογή του τετραμερούς-πράγμα. Βεβαίως, πολλοί πιστεύουν ότι η γέφυρα είναι κατ' αρχάς και κατ' ουσίαν απλώς γέφυρα. Εκ των υστέρων και κατά περίσταση μπορεί επίσης να εκφράσει ποικίλα άλλα πράγματα. Ως τέτοιου τύπου έκφραση μετατρέπεται κατόπιν σε σύμβολο, σε παράδειγμα για όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως. Ωστόσο η γέφυρα, εάν είναι γνήσια γέφυρα, δεν είναι ποτέ αρχικά απλή γέφυρα και κατόπιν σύμβολο. Ούτε είναι εκ των προτέρων μόνο σύμβολο υπό την έννοια ότι εκφράζει κάτι το οποίο, αυστηρά εννοούμενο, δεν ανήκει σε αυτήν. Η γέφυρα είναι πράγμακαι μόνο τούτο. Μόνο; Ως αυτό το πράγμα περισυλλέγει το τετραμερές.
Βεβαίως, η σκέψη μας έχει από καιρό συνηθίσει να προσεγγίζει κατά τρόπον αρκετά ανεπαρκή την ουσία του πράγματος. Τούτο, στην πορεία της δυτικής σκέψης, είχε ως συνέπεια να παριστάνουμε το πράγμα ως άγνωστο χ, στο οποίο έχουμε προσαρτήσει ιδιότητες κατ' αίσθησιν αντιληπτές. Υπό τούτο το πρίσμα, όλα όσα ανήκουν ήδη στην περισυλλέγουσα ουσία αυτού του πράγματος φαίνονται να συνιστούν μεταγενέστερη προσθήκη της ερμηνευτικής μας παρέμβασης. Εντούτοις, η γέφυρα δεν θα ήταν ποτέ απλώς γέφυρα εάν δεν ήταν πράγμα.
Βεβαίως, η γέφυρα είναι πράγμα ιδιαίτερου είδους. Διότι περισυλλέγει το τετραμερές με τέτοιο τρόπο, ώστε να του διαθέτει κάποια θέση. Αλλά μόνο ό,τι είναι αυτό καθ' εαυτό τόπος μπορεί να παραχωρήσει θέση. Ο τόπος δεν υπάρχει ήδη πριν από τη γέφυρα. Βεβαίως, προτού φτιαχτεί η γέφυρα υπάρχουν πολλά μέρη κατά μήκος του ποταμού που μπορούν να καταληφθούν από κάτι. Ένα από αυτά προβάλλει ως τόπος και μάλιστα δια της γέφυρας. Έτσι λοιπόν αυτό που συμβαίνει πρωταρχικά δεν είναι το γεγονός ότι από την ίδια τη γέφυρα γεννιέται κατ' αρχάς ένας τόπος. Η γέφυρα είναι πράγμα, περισυλλέγει το τετραμερές, περισυλλέγει ωστόσο με τέτοιο τρόπο, ώστε να διαθέτει στο τετραμερές θέση. Από τη θέση αυτή προσδιορίζονται τοποθεσίες και οδοί δια των οποίων παραχωρείται χώρος.
Τα πράγματα τα οποία είναι κατ' αυτόν τον τρόπο τόποι διαθέτουν πρωταρχικά τους εκάστοτε χώρους. Αυτό που κατονομάζει η γερμανική λέξη «Raum», το δηλώνει η παλαιά της ονομασία. Raum, Rum σημαίνει τοποθεσία η οποία διανοίχθηκε για εγκατάσταση και κατάλυση. Ένας χώρος είναι κάτι παραχωρημένο, αποδεσμευμένο, δηλαδή ενταγμένο σε ένα όριο, στα αρχαία ελληνικά πέρας*. Το όριο δεν είναι αυτό στο οποίο κάτι σταματά, αλλά, όπως το είχαν ήδη αναγνωρίσει οι Έλληνες, το όριο είναι εκείνο απ' όπου κάτι αρχίζει να εκδιπλώνει την ουσία του. Γι' αυτό η έννοια είναι ορισμός, δηλαδή όριο. Ο χώρος είναι ουσιωδώς το παραχωρημένο, το αφημένο να εισέλθει στο όριό του. Το παραχωρημένο εκχωρείται κάθε φορά και έτσι συναρμόζεται, δηλαδή περισυλλέγεται μέσω ενός τόπου, δηλαδή μέσω ενός πράγματος, ομοειδούς προς τη γέφυρα. Συνεπώς οι χώροι προσλαμβάνουν την ουσία τους από τόπους και όχι από «τον» χώρο.


______________
Με έντονα στοιχεία ελληνικά στο πρωτότυπο (Σ.τ.Μ)


Martin Heidegger
ΚΤΙΖΕΙΝ, ΚΑΤΟΙΚΕΙΝ, ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΗΡΟΠΑΪΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ 2008

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Μονόλογος ευαισθήτου - Εμμανουήλ Ροϊδης


Μεγάλη δυστυχία είναι να έχει κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας, διότι μ' έκαμεν ο Θεός παραπολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχει και να κλαίει χωρίς να γίνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκωνται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχει ν' αποθάνει γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζει. Αλλ' εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξει η σκέψις ότι κι εγώ θα αποθάνω. Έπειτα, αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ' επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς· αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου.
Το στομάχι μου είναι κι εκείνο ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψει, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είναι να τας αποφύγω·να μη τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πως είναι βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κανείς να συγχωρεί εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.
Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είναι να υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχονται να παρασταθούν φίλοι των εις μονομαχίαν. Αλλ' εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος μου ή και ο αντίπαλος του να πάθει, με κάμνει ν' ανατριχιάζω· προ πάντων όταν συλλογίζομαι ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είναι καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα χάσω, αν τύχει. Θεός φυλάξει, ο φίλος μου να σκοτωθεί.
Μεγάλη πρέπει να είναι η αναισθησία και εκείνων όπου δανείζουν εις τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται να μη δυνηθεί να τα αποδώσει εις την προθεσμίαν, να τους εντρέπεται και να τους αποφεύγει. Τούτο ημπορεί να φανεί μικρόν κακόν εις όσους δεν έχουν καρδίαν, αλλ' η ιδική μου θα ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος, μ' απαντούσεν εις τον δρόμον και εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είναι ο λόγος που μ' έκαμε να πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν δραχμάς, έστω και αν πρόκειται να σωθεί με αυτός η τιμή και η ζωή του. Παρά να τον ίδω αχάριστον, καλύτερα να τον κλάψω αποθαμένον, αφού μάλιστα θα μ' εμπόδιζεν η ευαισθησία μου να υπάγω εις την κηδεία του. Δια να αποφύγω τα φιλικά δάνεια, επρομηθεύθην από την αγοράν, με ένα εικοσιπεντάρικο, ένα μεγάλο σάκκο «Αρχαγγέλους» και «Πιστωτικές». Με αυτάς έχω το δικαίωμα ν' αποκρίνωμαι ότι ο Γούστας και ο Σκαλούτζης με άφησαν με το υποκάμισον, με μόνον δηλ. επτά σπίτια, που τα λέγω υποθηκευμένα, και εξακόσιες λαχειοφόρους, όπου δεν ηξεύρει κανείς πως τας έχω.
Άλλη σκληρότης και κουταμάρα είναι εκείνων όπου δίδουν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, χωρίς να συλλογισθούν ότι αν μεν είναι ο ελεούμενος ικανός να εργασθεί ενθαρρύνουν την οκνηρίαν του, αν δε τύχει χωλός, στραβός, κουλοχέρης ή λωβιασμένος, το ψωμί που του δίδουν προμακραίνει ζωήν αθλίαν και βασανισμένην. Τούτο δεν το λέγω εγώ, το λέγουν οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Σπένσερ και ο Δαρβίνος, που απέδειξαν πόσον απάνθρωπα είναι τα λεγόμενα φιλανθρωπικά καταστήματα, τα άσυλα των ανιάτων, τα γηροκομεία και τα λεπροκομεία. Εσημάδεψα εις τα βιβλία των τα μέρη όπου το λέγουν, και τα δείχνω εις όσους έχουν την αδιακρισίαν να μου ζητούν χρήματα, διά να εμποδίσουν ν' αποθάνουν με την ησυχίαν των δυστυχισμένα πλάσματα, που θα ήτο δι' αυτά ο θάνατος ευεργεσία.
Προ μερικών μηνών μού έστειλεν ο αγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήσει να συνεισφέρω, ως μεγάλος κτηματίας, διά να συστηθεί εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα «λαϊκόν μαγειρείον», όπου θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον δεκαπέντε λεπτά ένα φλιτζάνι ζουμί κι ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κι εγώ τας είκοσι δραχμάς μου χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν να συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι με νερόζουμο και κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.
Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας είναι και ο τρόπος όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα γεράματα, να με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ' ενοχλούν οι ρευματισμοί, αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικόν και μίαν γυναίκα δική μου να με περιποιείται. Καθώς πας άλλος, αγαπώ κι εγώ τις εύμορφες, και πλούσιος καθώς είμαι, εύκολον ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτζι, αν δεν εζητούσα προίκα. Άλλος εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν, αλλ' εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την ευαισθησίαν μου, αν υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ' επήρεν όχι διά τα ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν ασχημομούραν. Η ευγένεια της ψυχής μου είναι τόση, ώστε η μεγάλη της μύτη και τα ψεύτικα της δόντια δε μ' εμπόδισαν, όχι μόνον να φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την αγαπώ, περισσότερον ίσως παρ' ότι πρέπει. Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν' αναφέρω πως, όταν έτυχε πέρυσι ν' αρρωστήσει, δεν κατώρθωσα ποτέ να την βλέπω να υποφέρει. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της μου έσχιζε την καρδιά και την ακοήν, και η μυρωδιά της αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης μου να την βλέπω να υποφέρει με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί έως το βράδυ και καμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί. Αυτή η αρρώστια της γυναίκας μου μ' έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια, θέατρα, γεύματα εις την Μεγάλην Βρεττανίαν και εκδρομάς με φίλους μου εις την Κηφισιάν και την Πεντέλην. Το μεγαλύτερο όμως έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν εφαίνετο διόλου καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτον τόσον μεγάλη, ώστε ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου. Περιττόν είναι να προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων μου μ' εμπόδισαν να είπω τίποτε δι' αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα μου, όταν έγινε καλά.
Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο. Προσπαθεί εις όλα να μ' ευχαριστήσει και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι κάμνω. Είναι φρόνιμη, ήσυχη νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ χωρίς να εξοδεύει πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί από τα πουκάμισα μου και είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το τραπέζι το φαγί που μ' αρέσει. Εκατάφερε μάλιστα να μαγειρεύει και τον αστακόν με μία αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί τώρα να τον τρώγω χωρίς να μου πειράζει το στομάχι. Αυτά είναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το εκατάλαβα, όταν ήλθεν η σειρά μου ν' αρρωστήσω!
Ενώ εγώ εις την δική της αρρώστιαν δεν ημπορούσα να την βλέπω να υποφέρει και αναγκαζόμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου· αγρύπνησε δέκα νύχτες κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η ίδια να μου δίνει τα γιατρικά, να μ' αλλάζει και να με μεταγυρίζει, χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακόν μου τρόπον, χωρίς να σιχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλείται από την αρρωστομυρωδιάν του δωματίου. Αυτά μ' έκαμαν να υποπτευθώ ότι η γυναίκα μου δεν έχει ούτε καλήν όσφρησιν ούτε μεγάλην ευαισθησίαν. Πώς τω όντι θα ημπορούσε, αν ήτο ευαίσθητη, να με βλέπει να υποφέρω, να βασανίζομαι, να με καίουν οι συναπισμοί και να με δαγκάνουν αι αβδέλλαι; Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον δίκαιον όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως πρόληψιν και παραμύθι. Άδικον όμως θα ήτο και ν' απαιτήσω από τους άλλους την ιδική μου έκτακτον και μοναδικήν ευαισθησίαν.
Εφημ. Εμπρός, 11/11/1896

Εμμανουήλ Ροΐδης
Αφηγήματα
Εκδόσεις Νεφέλη 1988

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

In lieblicher Bläue / ΣΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ - Friedrich Hölderlin



In lieblicher Bläue blühet
mit dem metallenen Dache der Kirchthurm. Den umschwebet
Geschrei der Schwalben, den umgiebt die rührendste Bläue.
Die Sonne gehet hoch darüber und färbet das Blech,
im Winde aber oben stille krähet die Fahne.
Wenn einer unter der Glocke dann herabgeht, jene Treppen,
ein stilles Leben ist es, weil,
wenn abgesondert so sehr die Gestalt ist,
die Bildsamkeit herauskommt dann des Menschen.
Die Fenster, daraus die Glocken tönen, sind wie Thore an Schönheit.
Nemlich, weil noch der Natur nach sind die Thore,
haben diese die Ähnlichkeit von Bäumen des Walds.
Reinheit aber ist auch Schönheit.
Innen aus Verschiedenem entsteht ein ernster Geist.
So sehr einfältig aber die Bilder, so sehr heilig sind die, daß
man wirklich oft fürchtet, die zu beschreiben.
Die Himmlischen aber, die immer gut sind,
alles zumal, wie Reiche, haben diese, Tugend und Freude.
Der Mensch darf das nachahmen.
Darf, wenn lauter Mühe das Leben, ein Mensch
aufschauen und sagen: so will ich auch seyn?
Ja. So lange die Freundlichkeit noch am Herzen, die Reine,
dauert, misset nicht unglücklich der Mensch sich
der Gottheit.
Ist unbekannt Gott? Ist er offenbar wie die Himmel?
dieses glaub' ich eher. Des Menschen Maaß ist's.
Voll Verdienst, doch dichterisch,
wohnet der Mensch auf dieser Erde. Doch reiner
ist nicht der Schatten der Nacht mit den Sternen,
wenn ich so sagen könnte,
als der Mensch, der heißet ein Bild der Gottheit.

Giebt auf Erden ein Maaß?
Es giebt keines. Nemlich
es hemmen der Donnergang nie die Welten des Schöpfers.
Auch eine Blume ist schön, weil sie blühet unter der Sonne.
Es findet das Aug' oft im Leben
Wesen, die viel schöner noch zu nennen wären
als die Blumen. O! ich weiß das wohl!
Denn zu bluten an Gestalt und Herz,
und ganz nicht mehr zu seyn, gefällt das Gott ?
Die Seele aber, wie ich glaube, muß rein bleiben,
sonst reicht an das Mächtige auf Fittigen der Adler mit lobendem Gesange
und der Stimme so vieler Vögel.
Es ist die Wesenheit, die Gestalt ist's.
Du schönes Bächlein, du scheinest rührend, indem du rollest so klar,
wie das Auge der Gottheit, durch die Milchstraße.
Ich kenne dich wohl,
aber Thränen quillen aus dem Auge. Ein heiteres Leben
seh' ich in den Gestalten mich umblühen der Schöpfung, weil
ich es nicht unbillig vergleiche den einsamen Tauben auf dem Kirchhof.
Das Lachen aber scheint mich zu grämen der Menschen,
nemlich ich hab' ein Herz.
Möcht' ich ein Komet seyn?
Ich glaube. Denn sie haben Schnelligkeit der Vögel; sie blühen an Feuer,
und sind wie Kinder an Reinheit.
Größeres zu wünschen, kann nicht des Menschen Natur sich vermessen.
Der Tugend Heiterkeit verdient auch gelobt zu werden vom ernsten Geiste,
der zwischen den drei Säulen wehet
des Gartens. Eine schöne Jungfrau muß das Haupt umkränzen
mit Myrthenblumen, weil sie einfach ist
ihrem Wesen nach und ihrem Gefühl. Myrthen aber
giebt es in Griechenland.

Wenn einer in den Spiegel siehet,
ein Mann, und siehet darinn sein Bild, wie abgemahlt;
es gleicht dem Manne.
Augen hat des Menschen Bild,
hingegen Licht der Mond.
Der König Ödipus hat ein Auge zuviel vielleicht.
Diese Leiden dieses Mannes, sie scheinen unbeschreiblich, unaussprechlich,
unausdrüklich.
Wenn das Schauspiel ein solches darstellt, kommt's daher.
Wie ist mir's aber, gedenk' ich deiner jetzt?
Wie Bäche reißt des Ende von Etwas mich dahin,
welches sich wie Asien ausdehnet.
Natürlich dieses Leiden, das hat Ödipus.
Natürlich ist's darum.
Hat auch Herkules gelitten?
Wohl. Die Dioskuren in ihrer Freundschaft
haben die nicht Leiden auch getragen? Nemlich
wie Herkules mit Gott zu streiten, das ist Leiden.
Und die Unsterblichkeit im Neide dieses Leben,
diese zu theilen, ist ein Leiden auch.
Doch das ist auch ein Leiden, wenn mit Sommerflecken ist bedeckt ein Mensch,
mit manchen Flecken ganz überdeckt zu seyn! Das thut die schöne Sonne:
nemlich die ziehet alles auf.
Die Jünglinge führt die Bahn sie mit Reizen ihrer Strahlen
wie mit Rosen.
Die Leiden scheinen so,
die Ödipus getragen,
als wie ein armer Mann klagt,
daß ihm etwas fehle.
Sohn Laios, armer Fremdling in Griechenland!
Leben ist Tod, und Tod ist auch ein Leben.


* * *

Στο τρυφερό γαλάζιο ανθεί
με τη μεταλλική του στέγη το καμπαναριό. Τιτίβισμα
χελιδονιών το τριγυρίζει, το τρυφερότερο γαλάζιο το κυκλώνει.
Σηκώνεται ο ήλιος και βάφει το μέταλλο,
αλλά στον άνεμο ψηλά κρώζει ασάλευτος ο ανεμοδείκτης.
Αν κάποιος κάτω απ' την καμπάνα τα σκαλοπάτια εκείνα κατεβεί,
σημαίνει ήσυχη ζωή, γιατί,
όσο παράξενη κι αν δείχνει η μορφή τόσο
προβάλλει του ανθρώπου η πλαστικότητα.
Υπέρθυρα, απ' όπου οι καμπάνες ηχούν, είναι σαν πύλες να άνοιγαν
στην ομορφιά.
Φτιαγμένες δηλαδή με τρόπο κιόλας φυσικό οι πύλες,
μοιάζουν με δέντρα δάσους.
Η καθαρότητα επί πλέον είναι ωραιότητα επίσης.
Οι διαφορές γεννούνε πνεύμα καθαρό.
Όσο αθώες είναι πάλι οι εικόνες τόσο εικόνες είναι ιερές, που
πράγματι συχνά φοβάσαι να τις περιγράψεις.
Οι Ουράνιοι όμως, που είναι πάντοτε αγαθοί,
κυρίως γι' αυτό, διαθέτουν σαν τους πλούσιους αυτή την τέρψη
και αρετή.
Οφείλουμε οι άνθρωποι να τους μιμούμαστε σ' αυτό.
Κι αν έχει μόνο βάσανα η ζωή, ο άνθρωπος μπορεί
τα μάτια να υψώσει, και να πει: έτσι θέλω να 'μαι κι εγώ;
Ναι. Όσο η ευγένεια, η αγνή, κρατάει ακόμη στην καρδιά,
δεν θα 'ναι αστόχαστο να συγκριθεί ο άνθρωπος
με τον Θεό.
Άγνωστος είναι ο Θεός; Αποκαλύπτεται σαν ουρανός;
Αυτό μάλλον πιστεύω εγώ. Το μέτρο του ανθρώπου είναι αυτός.
Γεμάτος έγνοιες, κι όμως κατοικεί
ποιητικά ο άνθρωπος σ' αυτή τη γη. Πιο καθαρός
δεν είναι ωστόσο της έναστρης νύχτας ο ίσκιος,
αν έτσι μπορώ να μιλήσω,
από τον άνθρωπο, τον κατ' εικόνα και ομοίωσιν Θεού.

Υπάρχει μέτρο επί της Γης;
Κανένα δεν υπάρχει.
Δεν αναστέλλει την πορεία του κεραυνού ο κόσμος του Θεού.
Κι ένα λουλούδι είναι όμορφο, γιατί ανθεί κάτω απ' τον ήλιο.
Συχνά τα μάτια στη ζωή βρίσκουνε
πλάσματα πολύ πιο όμορφα, μπορείς να πεις,
απ' τα λουλούδια. Ω! Το γνωρίζω αυτό καλά.
Γιατί, το να ματώνεις στο κορμί και την καρδιά
και πια να μην υπάρχεις πουθενά, αρέσει κάτι τέτοιο στον Θεό;
Ωστόσο, πρέπει η ψυχή, πιστεύω εγώ, να μείνει καθαρή,
να φτερουγάει στον Δυνατό με αετού φτερά τραγούδια υμνητικά
και χλαλοή χίλιων πουλιών.
Αυτό είναι η οντότητα, η μορφή.
Ρυάκι καθαρό, σαλεύεις τόσο καθαρό καθώς κυλάς,
σαν μάτι του Θεού μέσα απ' τον γαλαξία.
Σε έμαθα καλά,
μα δάκρυα κυλούν από τα μάτια. Στης πλάσης τις μορφές
που ανθίζουνε τριγύρω βλέπω ζωή πιο φωτεινή, γιατί
δεν την συγκρίνω άδικα με τα μοναχικά στο κοιμητήριο περιστέρια.
Με θλίβει όμως το γέλιο των ανθρώπων,
αυτό σημαίνει έχω καρδιά.
Ένας κομήτης να 'μαι;
Θα 'θελα ναι. Έχουν τη γρηγοράδα των πουλιών.
Ανθίζουν μέσα στη φωτιά
κι είναι αγνοί σαν τα παιδιά.
Τι μεγαλύτερο να ευχηθεί, η φύση να τολμήσει του ανθρώπου;
Το φως της αρετής ζητά τον έπαινο από πνεύμα σοβαρό,
αυτό που πνέει στον κήπο ανάμεσα στις τρεις
κολόνες. Μια όμορφη παρθένα να στεφανωθεί
με άνθη της μυρτιάς, γιατί είναι από τη φύση της
και από το αίσθημα αθώα. Μυρτιές όμως
υπάρχουν στην Ελλάδα.

Όταν κοιτάζει κάποιος τον καθρέφτη,
ένας άνδρας, και βλέπει την εικόνα του, σαν ζωγραφιά εκεί
μοιάζει του άνδρα,
το είδωλο του ανθρώπου έχει μάτια,
ενώ η σελήνη φως.
Ο Οιδίπους τύραννος έχει ένα μάτι ίσως παραπάνω.
Τα βάσανα του άνδρα ετούτου φαίνονται απερίγραπτα, ανείπωτα,
ανέκφραστα.
Και αν το δράμα παραστένει κάτι τέτοιο, κατάγεται από κει.
Πως έγινε όμως τώρα και σε σκέφτηκα;
Ποτάμι με τραβάει στην εκβολή, το τέλος καποιανού,
που εκτείνεται σαν την Ασία.
Είναι ο πόνος ασφαλώς που έχει ο Οιδίπους.
Πρόκειται ασφαλώς γι' αυτό.
Να βασανίστηκε κι ο Ηρακλής;
Πολύ. Και οι Διόσκουροι μες στη φιλία τους
δεν γεύτηκαν κι αυτοί τον πόνο; Με άλλα λόγια
σαν τον Ηρακλή με τον Θεό να πολεμάς, αυτό είναι ο πόνος.
Και την αθανασία στον φθόνο της ζωούλας μας
να την σκορπάς, πόνος είναι κι αυτό.
Κι ακόμη πόνος είναι, να γεμίζει ο άνθρωπος του ήλιου εφηλίδες,
γεμάτο να είναι το κορμί σου με εφηλίδες! Αυτά μας κάνει ο καλός μας
ήλιος:
τα αναθρέφει όλα δηλαδή.
Τους νέους οδηγεί με των αχτίδων του το δέλεαρ όπως με άλογα
διανύει την τροχιά του.
Τα βάσανα που τράβηξε
ο Οιδίπους, είναι
σαν του φτωχού που κλαίει και οδύρεται
ότι του λείπει κάτι.
Γιε του Λαΐου, στην Ελλάδα ξένε μου φτωχέ!
Θάνατος είναι η ζωή, και ο θάνατος ζωή είναι κι αυτός.


Friedrich Hölderlin
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΓΜΗ 2013

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Μια αληθινή αναφορά στο ναυάγιο και τη λύτρωση του Σερ Τόμας Γκέιτς, ιππότη [απόσπασμα] – William Strachey


Είκοσι τέσσερις ολόκληρες ώρες η καταιγίδα λυσσομανούσε σ' έναν αδιάκοπο ορυμαγδό, με τόση μανία ώστε δεν φανταζόμασταν πως ήταν δυνατό να υπάρξει σφοδρότερη. Κι όμως, ξέσπασε πάλι, όχι μόνο πιο φοβερή αλλά και πιο επίμονη, όλο και πιο μανιασμένη, με τον έναν άνεμο να προκαλεί έναν δεύτερο, πιο βίαιο από τον πρώτο. Δεν ξέρω αν απ' το φόβο μας νιώθαμε έτσι ή αν πράγματι ο πρώτος άνεμος ενισχυόταν με νέες δυνάμεις. Υπήρξαν στιγμές που το πλοίο μας δεχόταν ανελέητα πλήγματα, τέτοια που μας έκαναν, έχοντας επιπλέον μες στα πόδια μας γυναίκες και επιβάτες ασυνήθιστους σε τέτοιο πανδαιμόνιο και μαρτύριο, να κοιταζόμαστε αναμεταξύ μας με κομμένη την ανάσα και με βαριά καρδιά. Τα ξεφωνητά μας πνίγονταν μες στους ανέμους και οι άνεμοι μες στους κεραυνούς. Απ' τις καρδιές και τα χείλη μας, μπορεί να έβγαιναν προσευχές, τις έπνιγαν όμως οι κραυγές των αξιωματικών. Τίποτα δεν ακουγόταν που θα μπορούσε να δώσει παρηγοριά, τίποτα δε διαφαινόταν που θα μπορούσε ν' αναθερμάνει την ελπίδα. Μου είναι αδύνατον, ακόμα κι αν είχα τη φωνή του Στέντορα και μπορούσα να εκφραστώ σε γλώσσες ισάριθμες με τις φωνές που έβγαζε το λαρύγγι του, ν' αναπαραστήσω τις κραυγές και τα μαρτύρια χωρίς να εξαντληθώ, σπαταλώντας όμως το στεντόρειο σθένος και την τέχνη του, δίχως καμιά επιτυχία ή αποτέλεσμα.
Τα πανιά μας ήταν μαζεμένα κι άχρηστα, και αν κάποια στιγμή καταφέρναμε να αμολήσουμε το πολύ πολύ κανένα φλόκο ή μισό τρίγκο για να κατευθύνει το πλοίο, τότε ούτε έξι και μερικές φορές ούτε οκτώ άντρες δεν ήταν αρκετοί για να κρατήσουν τη λαβή του πηδαλίου και τη λαγουδέρα κάτω στον μεσόδομο. Απ' αυτό και μόνο μπορεί κανείς να φανταστεί τη δύναμη της θύελλας, που έκανε τη θάλασσα να ξεχειλίζει πάνω απ' τα σύννεφα και να δίνει μάχη με τον ουρανό. Δεν ήταν βροχή αυτό που έπεφτε. Ποτάμια ολόκληρα τα νερά κατακλύζανε τον αέρα. Και θέλω να κών μιαν ακόμη παρατήρηση: στη στεριά, όταν ξεσπά μια θύελλα με καταιγιστική βροχή, ο άνεμος, σαν δαρμένος, άρα και νικημένος, συνήθως δεν κρατά πολύ. Εδώ όμως οι καταρράκτες της βροχής, που νόμιζες προς στιγμήν πως είχαν αρπάξει τον άνεμο απ' τον λαιμό, δεν προλάβαιναν να κοπάσουν και αμέσως ο άνεμος, λες και ξανάβρισκε την ανάσα του, άρχιζε και πάλι να φυσάει μανιασμένα, ολοένα πιο εκκωφαντικά και μοχθηρά.
Τι να πω; Ήταν τόσο ξέφρενο το ξέσπασμα του ανέμου και της θάλασσας, όσο ξέφρενο μπορούσαν να το κάνουν η μανία και η οργή. Όσο για μένα, είχα περάσει παλιά μερικές καταιγίδες στις ακτές της Μπαρμπαριάς και της Αλγερίας με το «Λεβάντε», κι άλλη μια πιο οδυνηρή στον κόλπο της Αδριατικής, σ' ένα αμπάρι γεμάτο ζαχαροκάντιο. Μπορώ κάλλιστα λοιπόν να πω: «Ego quid sit ater Adriaie novi sinus, & quid albus Peccet lapyx» [Εγώ που πέρασα το μαύρο Κόλπο της Αδριατικής, και εξόργισα τον άσπρο άνεμο της Απουλίας]. Όμως, μαζεμένα όλα όσα είχα υποφέρει ως τότε, δεν συγκρίνονταν με τούτο το πράγμα. Δεν υπήρξε στιγμή που να μην περιμέναμε πως το πλοίο θα μπατάριζε ή θα κοβόταν ξαφνικά στα δύο.
Μα δεν ήταν μονάχα αυτό. Φαίνεται πως ο Θεός το διασκέδαζε υποβάλλοντάς μας σε μεγαλύτερα μαρτύρια. Γιατί η καταιγίδα, με το που ξέσπασε, είχε προξενήσει μια μεγάλη ρωγμή. Και το πλοίο σχεδόν σε κάθε αρμό του, έχοντας ξεράσει τα στουπιά του, προτού καν το καταλάβουμε – ζημιά πιο απελπιστική από κάθε άλλη που μπορεί να προκαλέσει ένα θαλασσινό ταξίδι – είχε βυθιστεί πέντε πόδια, με νερά να καλύπτουν το έρμα του, κι εμάς μισοπνιγμένους να περιμένουμε τον αφανισμό από τα πάνω. Καθώς αυτό δεν προκαλούσε λιγότερο φόβο απ' όσο κίνδυνο εγκυμονούσε, αυτός ο φόβος μεταδόθηκε σε όλο το πλοίο μαζί με πολλή φρίκη και κατάπληξη, πάγωσε το αίμα στις φλέβες ή το ανέβασε στα κεφάλια, και λύγισε το θάρρος ακόμα και του πιο σκληραγωγημένου απ' όλους τους ναυτικούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτός που νωρίτερα δεν ένιωθε, ευτυχώς για μας, τη θλίψη των άλλων, άρχισε τώρα να λυπάται τον ίδιο του τον εαυτό, βλέποντας ολόκληρη λίμνη να κατακλύζει ξαφνικά τα πάντα και νιώθοντας ότι το δίχως άλλο θα τον πνίξει στη στιγμή, αφού αυτό έμοιαζε αναπόφευκτο για την ώρα. Έβλεπες, λοιπόν, να συμμετέχουν στην κοινή προσπάθεια σωτηρίας όλοι χωρίς εξαίρεση – από τον πλοίαρχο και τον υποπλοίαρχο, τον λοστρόμο και τον πηδαλιούχο, μέχρι τους βαρελάδες και τους ξυλουργούς – με κεριά στα χέρια, ελέγχοντας σερνάμενοι κατά μήκος των πλευρών του πλοίου κάθε σημείο και γωνιά και στήνοντας αυτί ν' αφουγκραστούν μήπως ακούσουν ροή νερού. Βρήκαν έτσι πολλές ρωγμές που έσταζαν και τις βούλωσαν βιαστικά, και τελικά μια ρωγμή στον μεσόδομο τη στούπωσαν με κομμάτια βοδινό, κι εγώ δεν ξέρω πόσα. Όλα αυτά, όμως, εις μάτην, γιατί η ρωγμή, αν ήταν μια μονάχα, που ρουφούσε όλες τις μεγάλες μας θάλασσες και επιτάχυνε την καταστροφή μας δεν γινόταν να βρεθεί τότε, ούτε και βρέθηκε ποτέ χάρη σε κάποια προσπάθεια, ένα σχέδιο ή κάποια έρευνα. Με τα νερά ν' ανεβαίνουν, τις αντλίες να δουλεύουν, ώσπου στο τέλος μπούκωσαν από την πολλή γαλέτα (ήταν πράγματι όση διαθέταμε, κάπου δέκα χιλιάδες βάρος), υποθέσαμε πως η ρωγμή πιθανόν να είχε ανοίξει στην αποθήκη της γαλέτας, οπότε ο ξυλουργός κατέβηκε, έψαξε όλη την αποθήκη, μα δεν βρήκε τίποτα.
Αδυνατώ να μεταφέρω στην αρχοντιά σας τις σκέψεις του καθενός, μέσα σ' εκείνο τον λαβύρινθο όπου θα αφανιζόμασταν από στιγμή σε στιγμή. Αλλά για μένα αυτή η διαρροή ήταν σαν ένα τραύμα πάνω στα σώματα αντρών ήδη νεκρών. Ο Κύριος γνωρίζει ότι μου είχαν απομείνει ελάχιστες ελπίδες, όπως ελάχιστη ήταν κι η επιθυμία μου να επιζήσω μες στην καταιγίδα. Και αυτό ήταν πέρα από τη θέλησή μου, καθότι ήταν πέρα από τη λογική μου. Προς τι να πασχίζουμε να διατηρήσουμε τη ζωή; Κι όμως πασχίζαμε, είτε γιατί κι οι ελάχιστες ακόμη ώρες ζωής είναι τόσο γλυκές για όλο το ανθρώπινο είδος, είτε γιατί η χριστιανική μας αγωγή μας δίδαξε πόσα οφείλουμε στις ιεροτελεστίες της Φύσης, όντας αναγκασμένοι να μην αδικούμε τους εαυτούς μας ούτε να παραμελούμε τα μέσα για την επιβίωσή μας. Αφού αυτά που φέρνουν τη μεγαλύτερη απόγνωση στους ανθρώπους είναι πράγματα συνηθισμένα κι ασήμαντα γι' Αυτόν, που είναι η πλούσια Κρήνη και η θαυμαστή Ουσία του ελέους.
Την Τρίτη το πρωί, οπότε ανακάλυψαν τη ρωγμή όσοι βρίσκονταν κάτω στο αμπάρι, ο κυβερνήτης έβαλε όλο το πλήρωμα, περίπου εκατό σαράντα άτομα, εκτός από τις γυναίκες, να μοιραστούν σε τρεις ίσες ομάδες και, χωρίζοντας το πλοίο σε τρία μέρη (κάτω απ' το πρόστεγο, εκεί που είχαν μαζευτεί τα νερά, και κοντά στην πυξιδοθήκη) όρισε στον καθένα που να στηθεί. Οπότε ο καθένας πήγαινε στο πόστο του, έπαιρνε τον κάδο ή την αντλία για μια ώρα, και ύστερα ξεκουραζόταν άλλη μια ώρα. Έβλεπες τότε άντρες να μοχθούν, μπορώ να πω με βεβαιότητα, για τη ζωή τους, και τους καλύτερους, ακόμη και τον ίδιο τον κυβερνήτη και τον ναύαρχο, να μην αρνούνται τη βάρδιά τους και να παροτρύνουν ο ένας τον άλλον για να δώσουν το παράδειγμα στους υπόλοιπους. Οι κατώτεροι, γυμνωμένοι όπως οι κωπηλάτες στις γαλέρες, κάτι που έκανε πιο εύκολη την προσπάθειά τους να βαστήξουν και να βουτάνε κάτω απ' το αλμυρό νερό, που αδιάκοπα σωρευόταν ανάμεσά τους, είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα, το μυαλό και τα χέρια στη δουλειά. Με κορμιά καταπονημένα και το θάρρος τους να φθίνει, τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες χωρίς καμιά εξωτερική βοήθεια, χωρίς ελπίδα λύτρωσης, έδειχναν παρ' όλα αυτά την αλληλεγγύη τους, έτσι όπως μοχθούσαν να σώσουν ο ένας τον άλλον απ' τον πνιγμό, κι ας πνιγόταν ο καθένας ενόσω μοχθούσε.


=======================================================================

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΤΡΕΪΤΣΙ

Ήταν 2 Ιουνίου του 1609, όταν ο Ουίλιαμ Στρέιτσι (William Strachey, 1572-1621) – δευτεροκλασάτος «αριστοκράτης και κάποτε ποιητής» – σαλπάρισε με το «Sea Venture», τη ναυαρχίδα ενός στόλου από εννιά καράβια που μετέφεραν 600 αποίκους στην Τζέιμσταουν της Βιρτζίνια. Θα περνούσε σχεδόν ένας χρόνος προτού φτάσει στον προορισμό του: βγαλμένη εκτός πορείας από μια καταιγίδα, η ναυαρχίδα εξόκειλε τελικά σε μια από τις Βερμούδες Νήσους. Μια βάρκα, που είχε πρωτύτερα σταλεί για βοήθεια στην Τζέιμσταουν, χάθηκε. Ο Στρέιτσι με την ομάδα του (μαζί και ο σερ Τόμας Γκέιτς, κυβερνήτης της αποικίας Τζέιμσταουν στο διάστημα 1611-1614), κατασκεύασαν δύο καινούργια σκάφη με την ξυλεία που περισώθηκε και με ντόπιο κέδρο.
Η γλαφυρή και συγκλονιστική αφήγηση της δοκιμασίας του, σε επιστολή του προς μιαν άγνωστη λαίδη, δεν άργησε να φτάσει στο Λονδίνο. Ένας από τους αναγνώστες της ήταν ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, που άντλησε υλικό από αυτήν το 1611 για τη συγγραφή της Τρικυμίας.



ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Α' ΤΟΜΟΣ
(16ος – 19ος αιώνας)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ 2004