.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΠΛΕΗΚ – T. S. ELIOT



Ι

Αν παρακολουθήσει κανείς το νου του Μπλέηκ στη διάρκεια των πολλών σταδίων της ποιητικής του ανάπτυξης, είναι αδύνατο να τον βλέπει σαν ένα αφελή, έναν άγριο, ένα άγριο ζωάκι για τους υπερ-καλλιεργημένους. Το παράδοξο εξατμίζεται, η ιδιοτυπία φαίνεται καλά ότι είναι η ιδιοτυπία της κάθε μεγάλης ποίησης – κάτι που βρίσκεται (όχι παντού) στον Όμηρο και τον Αισχύλο και τον Δάντη και τον Villon, και βαθύ και κρυμμένο στο έργο του Σαίξπηρ – κι ακόμα σε μιαν άλλη μορφή στον Montaigne και στον Σπινόζα. Είναι απλώς μια ιδιότυπη ειλικρίνεια που, μέσα σ’ έναν κόσμο πολύ τρομαγμένο για νάναι ειλικρινής, είναι ιδιότυπα τρομακτική. Είναι μια ειλικρίνεια που ενάντιά της συνωμοτεί όλος ο κόσμος, επειδή είναι δυσάρεστη. Η ποίηση του Μπλέηκ έχει τη δυσαρέσκεια της μεγάλης ποίησης. Τίποτα απ’ όσα μπορούν να ονομαστούν νοσηρά ή ανώμαλα ή διεστραμμένα, κανένα από τ’ αντικείμενα αυτά που με κάποιαν ασυνήθιστη εργασία απλοποίησης εκθέτουν τη βασική ασθένεια ή δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Κι η ειλικρίνεια αυτή δεν υπάρχει δίχως μεγάλη τεχνική κατάρτιση. Το ζήτημα για τον Μπλέηκ σαν άνθρωπο είναι το ζήτημα των περιστάσεων που σύντρεξαν να επιτρέψουν αυτή την ειλικρίνεια στο έργο του, και των περιστάσεων που προσδιορίζουν τα όρια του έργου του: Οι ευνοϊκές συνθήκες ίσως περιέχουν αυτές τις δύο: ότι, με το ν’ απασχοληθεί από νωρίς μ’ ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ αποκτήσει οποιοδήποτε άλλη λογοτεχνική παιδεία απ’ αυτή που ήθελε – και ότι, με το νάναι ένας ταπεινός χαράκτης, δεν είχε καμμιά δημοσιογραφικο-κοινωνική καρριέρα που να του ανοίγεται.
Δηλαδή δεν υπήρχε τίποτα να τον αποσπάσει από τα ενδιαφέροντά του ή να διαφθείρει τα ενδιαφέροντα αυτά, ούτε οι φιλοδοξίες των γονιών ή της συζύγου, ούτε τα πρότυπα της κοινωνίας, ούτε οι πειρασμοί της επιτυχίας – ούτε ήταν εκτεθειμένος στη μίμηση του εαυτού του ή οποιουδήποτε άλλου. Οι περιστάσεις αυτές – όχι η υποθετική εμπνευσμένη και αδίδακτη αυθορμητικότητά του – είναι αυτό που τον κάνει αθώο. Τα πρώτα του ποιήματα δείχνουν αυτό που έπρεπε να φανερώνει ένα μεγαλοφυές αγόρι, την απέραντη δύναμη της αφομοίωσης. Αυτά πρώτα ποιήματα δεν είναι, όπως υποτίθεται ότι είναι, ακατέργαστες απόπειρες για να κατορθωθεί κάτι περισσότερο απ’ ότι μπορεί η ικανότητα του αγοριού – στην περίπτωση ενός αγοριού που υπόσχεται πραγματικά πολλά, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι εντελώς ώριμες και πετυχημένες απόπειρες να γίνει κάτι μικρό. Στην περίπτωση του Μπλέηκ, τα’ αρχικά του ποιήματα είναι αξιοθαύμαστα από τεχνική άποψη, και η πρωτοτυπία τους υπάρχει σ’ έναν όχι κανονικό ρυθμό.
Οι στίχοι του ποιήματος Εδουάρδος ο 3ος αξίζουν να μελετηθούν. Αλλά αυτή η αγάπη για ορισμένους Ελισαβετιανούς δεν είναι τόσο εκπληκτική όσο η σχέση του με τα καλύτερα έργα του αιώνα του. Μοιάζει πολύ με τον Collis, ανήκει πολύ στο περιβάλλον του δέκατου όγδοου αιώνα. Το ποίημα Αν και στη σκιερή άκρη της Ίδας είναι δουλειά του δέκατου όγδοου αιώνα, η κίνηση, το βάρος του, η σύνταξη, το διάλεγμα των λέξεων.

Οι νωθρές χορδές μόλις που κινούνται!
Ο ήχος είναι βιασμένος, οι νότες είναι λίγες!

Αυτό είναι σύγχρονο με το έργο του Gray και του Collins, είναι η ποίηση μιας γλώσσας που έχει υποστεί τη πειθαρχία της πρόζας. Ο Μπλέηκ μέχρι τα είκοσί του είναι αναντίρρητα παραδοσιακός.
Τότε στη περίπτωση αυτή, ο τρόπος που άρχιζε να εκφράζεται ποιητικά ο Μπλέηκ είναι τόσο κανονικός σαν και τον τρόπο που άρχισε να εκφράζεται ποιητικά ο Σαίξπηρ. Η μέθοδος της σύνθεσής του, στο ώριμό του έργο, είναι η ίδια ακριβώς με τη μέθοδο των άλλων ποιητών. Έχει μια ιδέα (ένα συναίσθημα, μια εικόνα), την αναπτύσσει με μια επαύξηση η μιαν επέκταση, αλλάζει συχνά τον στίχο του, και συχνά διστάζει στην τελική εκλογή(1). Βέβαια η ιδέα έρχεται, αλλά μόλις φτάνει υπόκειται σε μια παρατεταμένη επεξεργασία. Στη πρώτη φάση ο Μπλέηκ είναι απασχολημένος με την ομορφιά των λέξεων. Στην δεύτερη φάση γίνεται ο φανερά αφελής, στην πραγματικότητα η ώριμη νοημοσύνη. Μόνο όταν οι ιδέες έρχονται με περισσότερο αυτόματο τρόπο, όταν έρχονται πιο ελεύθερα και χειρίζονται λιγότερο,, αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε τη προέλευσή τους, να υποψιαζόμαστε ότι ξεπηδούν από μια πηγή που δεν έχει βάθος.
Τα Τραγούδια της Αθωότητας και της Πείρας, και τα ποιήματα από το χειρόγραφο Rossetti, είναι ποιήματα ενός ανθρώπου που τα γνωρίζει βαθειά. Τα συναισθήματα παρουσιάζονται με μιαν υπερβολικά απλοποιημένη, αφηρημένη μορφή. Η μορφή αυτή είναι ένα παράδειγμα της αιώνιας πάλης του λογοτέχνη με τον συνεχή εκφυλισμό της γλώσσας.
Είναι σπουδαίο το ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολύ εκπαιδευμένος στην τέχνη του. Αλλά η εκπαίδευσή του έχει μάλλον εμποδιστεί αντί να βοηθηθεί από τις συνηθισμένες λειτουργίες της κοινωνίας που αποτελούν την εκπαίδευση για τον συνηθισμένο άνθρωπο. Γιατί οι λειτουργίες αυτές αποτελούνται κατά μεγάλο τους τμήμα από την απόκτηση απρόσωπων ιδεών που επισκιάζουν αυτό που είμαστε και που αισθανόμαστε στην πραγματικότητα. Βέβαια αυτό που είναι βλαβερό δεν είναι οι ίδιες οι γνώσεις που αποκτώνται, αλλά ο κομφορμισμός που έχει την τάση να επιβάλλει η συσσώρευση των γνώσεων. Ο Τέννυσον είναι ένα πολύ δίκαιο παράδειγμα ποιητή που ήταν σχεδόν ολόκληρος σκεπασμένος με παρασιτικές γνώμες, σχεδόν εντελώς βουλιαγμένος μέσα στο περιβάλλον του. Απεναντίας, ο Μπλέηκ γνώριζε αυτό που τον ενδιέφερε, και σα συνέπεια παρουσιάζει μόνο το βασικό, αυτό μόνο που μπορεί να παρουσιαστεί και που δεν χρειάζεται εξήγηση. Και καταλάβαινε επειδή δεν ήταν ταραγμένος, ή τρομαγμένος ή απασχολημένος μ’ οτιδήποτε άλλο εκτός από τις ακριβείς λέξεις. Ήταν γυμνός, και είδε τον άνθρωπο γυμνό, και από το κέντρο του δικού του κρύσταλλου. Δεν υπήρχε γι’ αυτόν κανείς λόγος γιατί ο Swedenborg θάπρεπε νάναι παράλογος σε σύγκριση με τον Locke. Παραδέχτηκε τον Swedenborg, και τελικά τον αρνήθηκε για προσωπικούς λόγους. Πλησίαζε το κάθε τι μ’ ένα νου ανεπηρέαστο από τις γνώμες της εποχής. Δεν υπήρχε τίποτα στον Μπλέηκ που να τον κάνει να φαίνεται ανώτερος. Αυτό τον κάνει τρομακτικό.


ΙΙ

Αλλά αν δεν υπήρχε τίποτα που να τον αποσπάσει από την ειλικρίνεια, υπήρχαν απεναντίας οι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένος ο γυμνός άνθρωπος. Η φιλοσοφία του, όπως οι οραματισμοί του, όπως η ενόρασή του, όπως και η τεχνική του, ήταν δικές του. Άρα, είχε την τάση να δίνει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο γεγονός αυτό απ’ ό,τι θάπρεπε να δίνει ένας καλλιτέχνης – αυτό είναι που τον κάνει εκκεντρικό, και τον κάνει νάχει μια τάση προς την έλλειψη μορφής.

Μα ακούω περισσότερο τα μεσάνυχτα στους δρόμους
Πως η κατάρα της νεαρής πόρνης
Μαραίνει το δάκρυ του νεογέννητου,
Και καταστρέφει μ’ ενοχλήσεις την άμαξα του γάμου

είναι το γυμνό όραμα – Το

Ο έρωτας ζητά να ευχαριστήσει τον εαυτό του,
Να δεσμεύσει κι άλλον στην απόλαυσή του,
Χαίρεται στο χάσιμο της ελευθερίας του άλλου,
Και χτίζει μια Κόλαση αντί για Παράδεισο,

είναι η ωμή παρατήρηση – και οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης είναι η παρουσίαση της ωμής φιλοσοφίας. Αλλά οι κατά καιρούς γάμοι της ποίησης και της φιλοσοφίας, που έκανε ο Μπλέηκ, δεν είναι τόσο ευτυχισμένοι.

Αυτός που θάθελε να κάνει καλό στον άλλο πρέπει
να το κάνει σε Πολύ Μικρές Λεπτομέρειες,
Το Γενικό Καλό είναι η πρόφαση του παλιάνθρωπου,
του υποκριτή και του κόλακα –
Γιατί η Τέχνη και η Επιστήμη δεν μπορούν να
υπάρξουν παρά μόνο σε πολύ μικρές οργανωμένες
Λεπτομέρειες.

Αισθάνεται κανείς ότι η μορφή δεν είναι καλοδιαλεγμένη. Η φιλοσοφία που είναι δανεισμένη από τον Δάντη και τον Λουκρήτιο ίσως να μην είναι τόσο ενδιαφέρουσα, αλλά βλάφτει λιγότερο τη μορφή των στίχων. Ο Μπλέηκ δεν είχε αυτό το πιο Μεσογειακό δώρο της μορφής που γνωρίζει πώς να δανείζεται όπως ο Δάντης δανείστηκε τη θεωρία του για τη ψυχή. Πρέπει ν’ αναγκάζεται να δημιουργήσει και ποίηση και φιλοσοφία. Μια παρόμοια έλλειψη μορφής δρα καταστροφικά στη σχεδιαστική του ικανότητα. Βέβαια, το λάθος είναι πολύ φανερό στα περισσότερο εκτεταμένα ποιήματα – ή μάλλον, στα ποιήματα που η δομή είναι ζωτικό ζήτημα. Δεν μπορείτε να δημιουργήσετε ένα πολύ μεγάλο ποίημα δίχως να εισάγετε σ’ αυτό μια περισσότερο απρόσωπη άποψη, ή δίχως να το κομματιάζετε σε διάφορες προσωπικότητες. Αλλά ασφαλώς η αδυναμία των εκτεταμένων ποιημάτων δεν είναι το γεγονός ότι είναι πολύ οραματικά, πολύ απομακρυσμένα από τον κόσμο. Είναι ότι ο Μπλέηκ δεν διάκρινε αρκετά, ότι ήταν πολύ απασχολημένος με ιδέες.
Έχουμε την ίδια εκτίμηση για τη φιλοσοφία του Μπλέηκ (και ίσως για τη φιλοσοφία του Σάμουελ Μπάλτερ) με την εκτίμηση που έχουμε για ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο που φτιάχτηκε στο σπίτι μας. Θαυμάζουμε τον άνθρωπο που το κατασκεύασε από απομεινάρια που υπήρχαν σ’ όλο το σπίτι. Η Αγγλία έχει παράγει έναν μεγάλο αριθμό από αυτούς τους πολυμήχανους Ροβινσώνες Κρούσους. Αλλά δεν είμαστε τόσο απομακρυσμένοι από την Ευρωπαϊκή ήπειρο, ή από το παρελθόν μας, ώστε να στερηθούμε από τα πλεονεκτήματα του πνευματικού πολιτισμού στην περίπτωση που το επιθυμούμε.
Μπορούμε να διαλογιζόμαστε, για διασκέδαση, το αν δεν θα ήταν ωφέλιμο για τη Βόρεια Ευρώπη γενικά, και ιδιαίτερα για τη Βρετανία, να είχε μια περισσότερο συνεχή θρησκευτική ιστορία. Οι τοπικές θεότητες της Ιταλίας δεν εξολοθρεύτηκαν εντελώς από τη Χριστιανική θρησκεία, και δεν είχαν μειωθεί στη μοίρα του νάνου που είχα οι υπερφυσικοί γίγαντες και οι νεράιδες μας. Ίσως οι νεράιδες μαζί με τις σπουδαιότερες Σαξονικές θεότητες, να μην ήταν μεγάλη απώλεια. Αλλά η θέση που άφησαν δεν συμπληρώθηκε – και ίσως η μυθολογία μας έγινε ακόμα περισσότερο φτωχή με το διαζύγιό μας από τη Ρώμη. Οι περιοχές του ουρανού και της κόλασης του Μίλτωνα είναι μεγάλα, μα όχι εντελώς επιπλωμένα διαμερίσματα γεμάτα μ’ έντονες ομιλίες – και παρατηρεί κανείς στη Πουριτανική μυθολογία κάποιαν ιστορική διαφάνεια. Και δεν μπορούμε να μη παρατηρήσουμε μια κάποια έλλειψη πολιτισμού ή καλλιέργειας, για τις υπερφυσικές περιφέρειες του Μπλέηκ, όσο και για τις υποθετικές ιδέες που κατοικούν εκεί. Δείχνουν τη μονομανία, την εκκεντρικότητα που επηρεάζει συχνά τους συγγραφείς που είναι απομακρυσμένοι από τις Λατινικές παραδόσεις, και που θα τους επιτιμούσε ασφαλώς ένας κριτικός όπως ο Arnold. Και δεν είναι βασικές για την έμπνευση του Μπλέηκ.
Ο Μπλέηκ ήταν προικισμένος με την ικανότητα να καταλαβαίνει αρκετά καλά την ανθρώπινη φύση, είχε μια πρωτότυπη και αξιοσημείωτη αίσθηση της γλώσσας και της μουσικής της γλώσσας, και το δώρο να βλέπει οράματα. Αν αυτά είχαν ελεγχθεί από έναν σεβασμό για την απρόσωπη λογική, για τον κοινό νου, για την αντικειμενικότητα της επιστήμης, θα ήταν καλύτερα γι αυτόν. Αυτό που χρειαζόταν η μεγαλοφυία του, και που είναι κρίμα που δεν το είχε, είταν ένα πλαίσιο από παραδεκτές και παραδοσιακές ιδέες που θα τον εμπόδιζαν να εντρυφήσει σε μια δική του φιλοσοφία, και που θα συγκέντρωναν τη προσοχή του στα προβλήματα του ποιητή. Σύγχυση στη σκέψη, στη συγκίνηση και στο όραμα είναι ό,τι βρίσκουμε σ’ ένα έργο σαν το Τάδε έφη Ζαρατούστρας. Δεν είναι μια κατ’ εξοχή Λατινική αρετή. Η συγκέντρωση που προκύπτει από ένα πλαίσιο μυθολογίας και θεολογίας και φιλοσοφίας είναι ένας από τους λόγους που ο Δάντης είναι κλασσικός, και ο Μπλέηκ μόνο μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως να μην φταίει ο ίδιος ο Μπλέηκ, αλλά το περιβάλλον που δεν μπόρεσε να του δώσει αυτό που χρειαζόταν ένας τέτοιος ποιητής – ίσως οι περιστάσεις τον υποχρέωσαν να επινοήσει, ίσως ο ποιητής – απαιτούσε τον φιλόσοφο και τον μυθολόγο – αν και ο συνειδητός Μπλέηκ πιθανόν να μην είχε καθόλου συνείδηση των κινήτρων.

_________________________
1. Δεν γνωρίζω γιατί ο κ. Berger θάλεγε, δίχως την αρμοδιότητα, στο βιβλίο του Γουίλλιαμ Μπλέηκ: μυστικισμός και ποίηση, ότι: «Ο σεβασμός του για το πνεύμα που έπνεε μέσα του και του υπαγόρευε τα λόγια του, το εμπόδιζε να τα διορθώνει κάποτε». Ο Δρ. Sampson στην Οξφορδιανή έκδοση του Μπλέηκ, μας δίνει να καταλάβουμε ότι η Μπλέηκ πίστευε πως πολλά από τα γραφτά του ήταν γραμμένα μ’ ένα αυτόματο τρόπο, αλλά παρατηρεί: «η υπερβολικά λεπτόλογη προσοχή του Μπλέηκ στη σύνθεση φαίνεται παντού στα ποιήματα που διατηρήθηκαν σε μια ατελή μορφή… αλλοιώσεις, μεταβολές της θέσης των λέξεων, σβυσίματα, προσθέσεις κι αντιστροφές…»



T. S.ELIOT
ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΑΣΟΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΙΡΕΤΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΦΡΟΣ 1971

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη και Οι Μανιχαϊκές επιρροές του ι. Αυγουστίνου – ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ



1. Η «Βαβυλώνια αιχμαλωσία» στην Καρθαγένη
Με την άφιξή του στην Καρθαγένη (371) ο νεαρός Αυγουστίνος παραδόθηκε στις υλικές απολαύσεις. Χαιρόταν να βλέπει θεατρικές παραστάσεις «...με τους εραστές όταν έσμιγαν για ν' απολαύσουν τις ένοχες χαρές τους, όσο κι αν αυτές ήταν φανταστικές και σκηνοθετημένες...».
Πέρα από τη γνωριμία του με την εξουσία της σάρκας, ο Αυγουστίνος έκανε παρέα με τους «ανατροπείς», μαθητές που αναστάτωναν με πειράγματα τους καινούριους, παιδιά συνεσταλμένα και δειλά.
Το θράσος του, όπως γράφει, δεν είχε όρια όταν κατά τη διάρκεια κάποιας ακολουθίας, σε ναό της Καρθαγένης (372), γνώρισε την ανεπίσημη γυναίκα του (Concubine η συνείσακτη), από την οποία προέκυψε θνητός καρπός, ο γιος τους Αδεοδάτος. Αν και στη σχέση αυτή τον είχαν οδηγήσει οι ανήσυχες ορμές και η απερισκεψία του, ο ίδιος, όπως γράφει, παρέμεινε πιστός στη γυναίκα αυτή, από την οποία έμαθε πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο συμβόλαιο του γάμου, με σκοπό τη δημιουργία οικογένειας, και σε ένα δεσμό με σκοπό τον σεξουαλικό έρωτα. Στην τελευταία περίπτωση, γράφει, τα παιδιά είναι συνήθως ανεπιθύμητα, ανεξαρτήτως αν μετά τη γέννησή τους καθίστανται αγαπητά. Η αναφορά του προφανώς αφορά το γιό του Αδεοδάτο. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι οι δοκιμασίες του έρωτα είναι πάρα πολλές. Δεν είναι μόνο εκείνες που περιγράφουν οι κωμωδιογράφοι, όταν ακούμε στα θέατρα «Παντρεύθηκα μια γυναίκα, τι συμφορά! Γεννηθήκανε παιδιά, άλλα βάσανα». Οι δοκιμασίες είναι πολύ περισσότερες. Οι προσβολές, οι υποψίες, η έχθρα, ο πόλεμος και πάλι η ειρήνη.
Παρόλα αυτά, ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν αλώβητοι από τις προκλήσεις της εφηβείας, καταπνίγοντας το σαρκικό δέλεαρ. Πολλοί μάλιστα, αφού φθάσουν στην ηλικία που ο άνθρωπος δέχεται τις εντολές του Θεού και είναι σε θέση να υποταγεί στην κυριαρχία του νόμου Του, αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται από τα ελαττώματα «...και καθίστανται παραβάται του νόμου, αλλά κατόπιν προσφεύγουν εις την χάριν, ήτις τους βοηθεί δια της πικράς οδού της μετανοίας, και δι' αγώνος σφοδροτέρου και λυσσωδεστέρου κατάγουν την νίκην, καθυποτάσσουν το πνεύμα αυτών (sic-αυτών) εις τον Θεόν και εξουσιάζουν προς χάριν Αυτού την σάρκα των».
Την ευμάρεια της Καρθαγένης μπορούσε κάποιος να τη δει σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου της πόλης. Πλήθος μυθικών παραστάσεων, που προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση στο νεαρό Αυγουστίνο, ήταν ιστορημένες στα μωσαϊκά του λιμανιού της Καρθαγένης, γεγονός το οποίο ο ίδιος καταγράφει στην Πολιτεία του Θεού. Από τη διασκέδαση της εποχής φαίνεται ότι δεν έλειπαν ούτε οι κοκκορομαχίες.
Ανάμεσα στα πολλά καθημερινά περιστατικά της Καρθαγένης, που τον επηρέασαν, ήταν η συναναστροφή του με μάγους, αλλά και με έναν αστρολόγο ο οποίος τον απέτρεψε από την ανούσια μελέτη των άστρων, διαβεβαιώνοντάς τον ότι τα περισσότερα πράγματα οφείλονται στον παράγοντα «τύχη», αφού «...δεν πρέπει να απορεί κανείς αν η ανθρώπινη ψυχή μπορεί, χάρη σε κάποιο ανώτερο ένστικτο που η ίδια αγνοεί, να δίνει μιαν απάντηση – όχι βέβαια χάρη στο ωροσκόπιο, αλλά στην τύχη – που να ταιριάζει με το πρόβλημα ή τη ζωή του ενδιαφερομένου».
Διηγείται όμως μια πραγματική ιστορία με τη γέννηση του Φιρμίνου, φίλου του ι. Αυγουστίνου, την οποία άκουσε από τον πατέρα του Φιρμίνου. Ο Φιρμίνος ήταν γιος πλουσίου κι όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος σε αυτόν, έμεινε ταυτόχρονα και μια σκλάβα ενός φίλου του Πατέρα του. Μέσω αγγελιοφόρων μπόρεσαν να μάθουν ότι τα δύο παιδιά που γεννήθηκαν ακριβώς την ίδια ώρα και επομένως τα άστρα είχαν ακριβώς την ίδια θέση, το μεν παιδί του πλούσιου, ο Φιρμίνος, προχώρησε απρόσκοπτος στη λεωφόρο της κοινωνικής επιτυχίας, σε αντίθεση με τον γιο του σκλάβου ο οποίος για μια ζωή εξακολουθούσε να υπηρετεί το αφεντικό του.
Το συμπέρασμά του, λοιπόν, αναφορικά με την αστρολογία και τη δύναμή της, την οποία καταδικάζει στην Πολιτεία του Θεού, είναι ότι «...αν οι προφητείες των ανθρώπων που μελετάν τα άστρα βγαίνουν αληθινές, αυτό δεν οφείλεται στη μαντική τέχνη, αλλά στην τύχη. Και όταν βγαίνουν ψεύτικες δεν είναι από λάθος της μεθόδου, αλλά από ψεύδος της τύχης».
Σχετικά μάλιστα με την οιωνοσκοπία, είχε διαβάσει τον Κικέρωνα, ο οποίος έγινε οιωνοσκόπος στα 55 χρόνια του. Αργότερα στα 64 χρόνια του, ακόμα κι αυτός ο Κικέρων θα διακωμωδούσε τους οιωνοσκόπους στα έργα του.
Παρά τη «Βαβυλώνια αιχμαλωσία», ο ι. Αυγουστίνος ήταν ο πρώτος στη σχολή της ρητορικής. Εκτός του προκαθορισμένου προγράμματος σπουδών του, διάβαζε τον Ορτένσιο (Hortensius) του Κικέρωνα, διαπιστώνοντας ότι μέσα του είχε ανάψει η φωτιά για την αιώνια σοφία. Σύμφωνα με τον Ι. Θεοδωρακόπουλο, ο ι. Αυγουστίνος μελετούσε αδιάκοπα το βιβλίο του Κικέρωνα «...όχι για να τελειοποιήση τη γλωσσική του ικανότητα, αλλά για να κατανοήση το περιεχόμενό του». Προηγουμένως, διαβάζοντας τις χριστιανικές Γραφές, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «...ότι δεν μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο του Κικέρωνα».
Η επαφή του νεαρού Αυγουστίνου με τη φιλοσοφία ήταν το έναυσμα για την επιστροφή του στο Θεό. Ένα μήνυμα του Θεού και μια προειδοποίηση.

2. Οι Μανιχαϊκές επιρροές
Ο νεαρός Αυγουστίνος, έχοντας απαρνηθεί τις Γραφές, έπεσε «...σε ανθρώπους που ληρολογούσαν αλαζονικά, σκέφτονταν υλικά και ρητόρευαν ακατάσχετα». Ήταν οι μανιχαίοι της Καρθαγένης,που επαναλάμβαναν βαρύγδουπα το όνομα του Θεού, του Χριστού και του Παράκλητου που είχαν εσφαλμένες απόψεις για τα στοιχεία του κόσμου και για όλα αυτά που εκείνοι θεωρούσαν ως αλήθεια. Αυτή όμως ήταν μια ύστερη κρίση του ι. Αυγουστίνου σχετικά με τους μανιχαίους. Εκείνη την εποχή στην Καρθαγένη, στα δεκαεννιά του χρόνια, είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από αυτούς, οι οποίοι μάλιστα είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Βόρεια Αφρική.
Αν και ο νεαρός Αυγουστίνος παρέμεινε οπαδός της αίρεσης έως τα εικοσιοκτώ του χρόνια, πολύ αργότερα οι θεολογικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν ότι ακόμα δεν είχε ξεφύγει από τη μανιχαϊκή αίρεση. Χαρακτηριστική είναι μια από τις ερωταποκρίσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Ιουλιανού Αικλάνων (386-455) στο ημιτελές έργο, Contra Adimantum, του ι. Αυγουστίνου. Ο Ιουλιανός, επίσκοπος μικρής πόλης κοντά στο Benevento, απευθυνόμενος στον τότε επίσκοπο Αυγουστίνο, στηλιτεύει το μανιχαϊκό παρελθόν του (για το οποίο ο Ιουλιανός είχε μάθει εκ του σύνεγγυς κατά την βραχύχρονη παραμονή του στην Ιππώνα και την Καρθαγένη προ του 417), και υπαινίσσεται ότι ο Αυγουστίνος δεν είχε κατορθώσει ακόμα να απαλλαγεί από τον δυαλισμό του μανιχαϊσμού. Για το λόγο αυτό, στην 42η ερώτηση, του γράφει περιπαιχτικά: «Si mutabit Aethiops pellem suam, aut pardus narietatem (Jereme, XIII, 23); ita et tu a Manichaeorum mysteriis elueris» δηλαδή, «Εάν αλλάξει ο Αιθίοπας το δέρμα του ή η λεοπάρδαλη το (κατάστικτο) δέρμα της (Ιερεμ. 13, 23) έτσι και εσύ θα ξεπλυείς από τα Μυστήρια των Μανιχαίων».
Οι μανιχαίοι είχαν να προτείνουν στον Αυγουστίνο τη δική τους εξήγηση για την ιστορία του κόσμου. Ο Μάνης (216-276) θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος μεγάλος Προφήτης μετά το Βούδα, τον Ζωροάστρη και το Χριστό. Ταύτιζε τον εαυτό του με τον Παράκλητο και σε κάθε περιοχή τόνιζε τα παραλαμβανόμενα από κάθε τυπική θρησκεία ιδιαίτερα στοιχεία. Η αρχή του καλού και η αρχή του κακού, οι αιώνες του φωτός και του σκότους, ο πρώτος άνθρωπος, η κλήση του πνεύματος και η απόκριση του ανθρώπου σε μια αλληλουχία τριών δημιουργιών, ήταν τα κύρια συστατικά του μανιχαϊσμού. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς των μανιχαϊστικών κοινοτήτων, λόγω του αυστηρότατου ασκητισμού, «...παρέμεναν στην τάξη των κατηχουμένων, για να μη τηρούν όσα ήσαν υποχρεωτικά για τους τελείους».
Ποια ήταν όμως η επιρροή της μανιχαϊκής εξήγησης της ιστορίας του κόσμου και τι είχε απορρίψει ο ι. Αυγουστίνος; Νηφάλιος έπειτα από χρόνια καθώς έγραφε στις Εξομολογήσεις του, δήλωνε μετανιωμένος που αυτός και οι φίλοι του ως θύματα κουβαλούσαν προσφορές στους αγίους και εκλεκτούς των μανιχαίων (ενν. τους τελείους), ομολογώντας με μια φράση: «Ήμασταν υπερφίαλοι στη γνώση, δαιμονόπληκτοι στην πίστη και άδειοι σε όλα». Στην Πολιτεία του Θεού, αναφερόμενος ο ίδιος στο στάδιο ενηλικίωσης των ανθρώπων, παρατηρεί συναφώς: «Αναμφιβόλως, εμφανή ελαττώματα κατανικώνται ενίοτε υπό κρυπτών ελαττωμάτων, άτινα φημίζονται ως αρεταί. Επί κεφαλής αυτών ευρίσκεται η υπεροψία και ποια τις καταστρεπτική αυταρέσκεια».
Στο έργο του De Genesi contra Manichaeos, ο ι. Αυγουστίνος αναφέρεται εμφαντικά στην ελεύθερη βούληση του Θεού για τη δημιουργία του δίπτυχου Άνθρωπος-Κόσμος, αφού ο Θεός δεν ήταν υποχρεωμένος από κάποια άλλη δύναμη να διασπείρει μέρος της φωτεινής φύσης του στο εχθρικό σκοτάδι (όπως οι μανιχαίοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του κόσμου), και εν συνεχεία στην πρόταση, στην επιθυμία και στο λόγο.
Πολύ αργότερα, βέβαια, θα απέρριπτε όλες αυτές τις απόπειρες αναζήτησης του μανιχαϊκού καλού και κακού, ορίζοντάς τις στη σφαίρα της δικής του ανθρώπινης βούλησης και διδάσκοντας το ποίμνιό του. Σε αντίθεση μάλιστα προς τη θεϊκή βούληση, η ανθρώπινη κρίνεται από τον ίδιο άλλοτε ως καλή, άλλοτε ως κακή, εξαρτώμενη κυρίως από τις καλές ή κακές κινήσεις της ψυχής.
Με αφορμή τα παραπάνω, ο Πατέρας της Δύσης φθάνει πολύ αργότερα στο σημείο να διατυπώσει τη θέση περί της καλής χρήσης των παθών από τους χρηστούς ανθρώπους, καθιστώντας σαφές ότι του αμαρτήματος του Αδάμ προηγήθηκε η κακή βούλησή του.



ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Ο ΙΕΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Ε' ΑΙΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ OSTRACON 2014

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ΚΟΚΚΑΛΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


Ἀνεβαίνομεν τὸ βουνόν, πεζοί, μὲ τὸ γαϊδουράκι φορτωμένον, ὁ παπ᾿ Ἀνδρέας, ὁ καλός μας εὐχέτης, κι ὁ μακαρίτης ὁ Λαμιαῖος, κ᾿ ἐγώ, κι ὁ Ἀλέκος τὸ Φωτάκι, ὁ μικρὸς καὶ πρόθυμος φίλος μας. Εἰς ὅλα ἦτον πάντοτε ἕτοιμος νὰ τρέχῃ ἀκούραστος, ὅ,τι ἤθελες τὸν διατάξει. Νὰ πάῃ στὸ χωριό, διὰ θέλημα, δύο ὧρες δρόμον, καὶ πάλι, φορτωμένος, ὀπίσω νὰ ἔλθῃ· νὰ σκουπίσῃ ὅλον τὸ ἐξωκκλήσι, καὶ τὸν αὐλόγυρον, καὶ τὰ κελλιά, μὲ πρόχειρον σκούπαν ἀπὸ σπαρτίνες καὶ θάμνους· νὰ τρέξῃ κάτω στὸν αἰγιαλόν, διὰ νὰ μᾶς φέρῃ πεταλίδες, καὶ κοχύλια, καὶ πετροκάβουρα, διὰ τὸ ὀρεκτικὸν δεῖπνόν μας, καὶ νὰ γυρίσῃ μετὰ μίαν ὥραν μὲ μίαν ποδιὰν γεμάτην· εἶτα ν᾿ ἀνάψῃ φωτιάν, νὰ ψήσῃ, νὰ μαγειρεύσῃ ὅλα τὰ ἐδέσματα· καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιστασίαν τοῦ παγουριοῦ καὶ τῆς φλάσκας, διὰ νὰ εὑρίσκωνται δροσερὰ εἰς τὸ ρεῦμα, ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν βρύσιν· εἰς ὅλα ἦτον μονάκριβος.
Ἕκτος μᾶς εἶχεν ἀκολουθήσει ὁ σκύλος τοῦ Σταμάτη τοῦ Ἀλεξανδράκη, σκύλος προωρισμένος ὀψέποτε νὰ μείνῃ ἀδέσποτος. Ὁ ἄτυχος καὶ κακοκέφαλος φίλος μας, ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἐμάλωσε μὲ ὅλους τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, καὶ σχεδὸν μὲ ὅλον τὸν κόσμον, ἤρχισε νὰ πάσχῃ ἀπὸ περιοδικὰς ἀφανείας, ὁποὺ ἦσαν τὰ προανακρούσματα τῆς ὁριστικῆς ἐξαφανίσεώς του ἀπὸ τὸν μάταιον κόσμον. Πότε ἐκρύπτετο, ὡς ἔλεγαν, εἰς μίαν ἐρημικὴν σπηλιάν, πότε ἐπήγαινε νὰ μείνῃ ὀλίγας ἡμέρας εἰς τὸ Μοναστήρι, πότε ἐταξίδευεν, ἄγνωστον ποῦ· καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς φοράς, τὸν ἄτυχον Σαψώνην, τὸν ἄφηνεν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς, ἂν θὰ εὐηρεστοῦντο ποτὲ νὰ τοῦ ρίψουν ἓν ξηροκόμματον. Συχνὰ ὁ Γιωργὸς ὁ Λαυκιώτης, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀρχαιοπρεποῦς καὶ ἀναλλοιώτου καφενείου εἰς τὴν παραθαλασσίαν, ἂν καὶ τοῦ εἶχε φάγει ὀλίγας ἑκατοντάδας δραχμῶν, καλῇ τῇ πίστει, ὁ ἀφέντης τοῦ Σαψώνη, ᾤκτειρε τὸ ἄκακον θρέμμα, καὶ τοῦ ἔρριπτεν ὀλίγα κόκκαλα. Ἐμέ, ἀφοῦ μὲ κατεσκόπευεν ὁ Σαψώνης, ἀπὸ καφενεῖον εἰς ὕπαιθρον, καὶ ἀπὸ κιόσκι εἰς τένταν, ἐπὶ τῆς προκυμαίας, τέλος, μὲ ἠκολούθει ὁριστικῶς εἰς τὴν οἰκίαν, ὅπου ἔπρεπε νὰ τοῦ ρίψω τι ἐκ τοῦ ὑστερήματος.
Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ καλά του ὅταν ἦτο ὁ Σταμάτης, διὰ τὸν περιπαθῶς ἀφωσιωμένον σκύλον δὲν εἶχε λάβει ἄλλην πρόνοιαν, εἰμὴ νὰ τὸν ρίπτῃ αἰφνιδίως εἰς τὸ κῦμα, γαυγίζοντα καὶ μὴ θέλοντα, διὰ νὰ κολυμβᾷ. Τὸν εἶχεν ἀφήσει ἀκούρευτον καὶ βαθύτριχον ἀπὸ χρόνων πολλῶν. Ἦτο πολὺ μαλλιαρὸς σκύλος. Τὴν φορὰν αὐτήν, ἀφοῦ μᾶς ἐμυρίσθη πὼς ἡτοιμαζόμεθα δι᾿ ἐκδρομήν, εἶχε δείξει ἀνήσυχον περιέργειαν, ὅταν ἐφορτώνετο τὸ ὀνάριον, καὶ εἶχε πλησιάσει νὰ ὀσφρανθῇ τί περιεῖχεν ὁ σάκκος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀλέκος εἶχε περιδέσει καὶ φορτώσει περὶ τὸ σάγμα, εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ ζῴου. Δεξιὰ εἶχε φορτωθῆ ὁ μάρσιπος μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ παπᾶ, εἷς κάλαθος μὲ τρόφιμα, καὶ μία φλάσκα μὲ οἶνον. Εἶτα, μᾶς ἠκολούθησε μὲ βῆμα, αὐτόκλητος.

* * *

Πρὶν ἀρχίσωμεν ν᾿ ἀνερχώμεθα τὸ βουνόν, εἴχομεν σταθμεύσει εἰς τὸ Συνοδάρι, ὡραίαν τοποθεσίαν, βαθεῖαν, μεταξὺ τῶν ἐλαιώνων, εἰς ἕνα ζυγόν, εἰς τὴν κορυφὴν ἑνὸς ρεύματος, ὅπου ἠκούετο μονότονος ὁ ρυθμικὸς κρότος τῆς φτερωτῆς τῶν νερομύλων. Ἦτον ὡραῖον καλοκαιράκι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, 19η Ὀκτωβρίου. Μαργαριτάρια ρευστά, ἀστεροειδῆ, ἔσταζαν τρέμοντα, φλογοβολοῦντα, ἀπὸ τὴν ἀεικίνητον φτερωτήν, εἰς τὴν ἐκβολὴν τοῦ νεροῦ, εἰς τὴν κάτω βάσιν τοῦ τοίχου, φθινοπωρινὰ ἔντομα ἐβόμβουν γύρω εἰς τοὺς θάμνους, θροῦς πτερῶν ἠκούετο βαθιὰ εἰς τὴν φυλλάδα, αὔρα ἐστέναζε δονοῦσα τοὺς κλῶνας τῆς πλατάνου, καὶ νοτερὴ ἀνεμώνη ἐφύτρωνε κάτω εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θάμνου. Ὁ Ἀλέκος εἶχε βάλει τὸ παγούρι εἰς τὴν βρύσιν νὰ δροσισθῇ, καὶ μετὰ μικρὰν ἀναψυχὴν ἐξηκολουθήσαμεν τὴν ὁδοιπορίαν. Τέλος, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ πρώτου βουνοῦ, καὶ ἀντικρύσαμεν τὸν λευκόφαιον γυμνὸν κῶνον τοῦ Κουρούπη, ὅπου βράχοι κρεμαστοὶ φαίνονται νὰ κατέρχωνται μᾶλλον ἐκ τῶν ἄνω, προεξέχοντες εἰς τὸ μέτωπον, σχηματίζοντες λάκκον πρὸς τὸ βάθος, ἐπιστέφοντες τὸ κορύφωμα τοῦ ἀπατήτου βουνοῦ. Μόνος ὁ κουμπάρος ὁ Θεοδόσης, μὲ τὰ ἐλαφρὰ πέδιλά του καὶ μὲ τὸ πτερωτὸν βῆμά του, ἔχει τὸ χάρισμα ν᾿ ἀνέρχεται εἰς τὰ ὕψη ἐκεῖνα, τείνων τὴν μακρὰν ράβδον, κ᾿ ἐλαύνων τὰς αἶγάς του, μὴ τυχὸν ἀποπλανηθῇ καὶ βραχωθῇ καμμία εἰς τόπον ἄβατον, ὁπόθεν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ πλέον, ὅπως συμβαίνει κάποτε. Καὶ τὰ γιεράκια μὲ τοὺς πενθίμους κρωγμούς των, ζηλοτύπως φρουροῦσι τὰς ἀκρότητας ἐκείνας, ἐνεδρεύοντα πότε-πότε διὰ ν᾿ ἁρπάσωσι καμμίαν ὄρνιθα ἢ ἄλλο θρέμμα ἀπὸ τὰς σποραδικὰς καλύβας τῶν βοσκῶν.
Ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, λευκὸς ἄσπιλος, μὲ τὰ κελλία του τὰ λευκά, δύο κόρδες χαμηλά, μονόροφα, καὶ μίαν γωνίαν ὑψηλήν, δυτικοβορείαν, χρησιμεύουσαν ὡς ξενῶνα ―ὅπου φαιδρύνεται ἡ θλιμμένη ψυχή, ἅμα ἀναβῇ τις καὶ κοιτάξῃ ἀπὸ τὸ παράθυρον τοὺς πελωρίους βράχους τοῦ βουνοῦ ἐπάνω, καὶ τὸ πέλαγος τοῦ βορρᾶ ἁπλούμενον πρὸς τὴν Χαλκιδικὴν καὶ τὸν θεσπέσιον Ἄθωνα― μὲ τὸ κωδωνοστάσιόν του, μὲ τὶς δύο καμπάνες, ὁποὺ καλοῦσι μὲ γλυκεῖαν παραπονετικὴν φωνὴν τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς ἀμελεῖς εἰς τὰ θεῖα ― εἶναι ποθεινὸν προσκύνημα ὅλων τῶν νησιωτῶν, καὶ τῶν κατοίκων ἀκόμη τῆς ἀντικρινῆς κωμοπόλεως, ὁποὺ λευκάζουν κατέναντι τὰ κτίριά της ἐπὶ τῶν πολυσχιδῶν κλιτύων τῆς δειράδος. Ἐκεῖ ἐφθάσαμεν. Ἐμβήκαμεν εἰς τὸν μοσχομυρισμένον ναόν, κ᾿ ἐκάμαμεν ἐν συγκινήσει τὸν σταυρόν μας.
Ἡ φτωχὴ καλόγρια μᾶς ὑπεδέχθη μετὰ χαρᾶς. Ἐβοήθησε τὸν Ἀλέκον νὰ ξεφορτώσῃ τὸ γαϊδουράκι, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὴ τὸ ἀριστερὸν φορτίον, τὸν σάκκον ἐκεῖνον, νὰ τὸν ἀποθέσῃ καταγῆς, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ μήτε νὰ πολυπραγμονῇ τὸ τί περιεῖχε.
Τότε ὁ Σαψώνης πλησιάσας, ἔβαλε τὸ ρύγχος του μεταξὺ τῶν δύο χειρῶν τῆς γραίας, καὶ σιμὰ εἰς τὸ δεμένον στόμιον τοῦ σάκκου, καὶ ἀφῆκε μικρὰν ὑλακήν. Ἡ γραῖα τὸν ἐδίωξε.
― Μῆτερ Εὐπραξία, εἶπεν ὁ Λαμιαῖος, καθὼς ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸν ναόν, πάρε ἐκεῖνο τὸ προσόψι τὸ δεμένο, ἀπὸ τὸ κοφίνι τὸ Τριεστίνικο, καὶ τὸν δίσκον ποὺ εἶναι μέσα, καὶ λάβε τὸν κόπον νὰ στολίσῃς τὰ κόλλυβα. Μέσα εἰς ἕν᾿ ἄσπρο δέμα θὰ βρῇς σταφίδες, κοφέτα καὶ ρόιδα.
― Τὰ κόλλυβα; ἐπανέλαβε ζητοῦσα μικρὰν ἐξήγησιν ἡ καλογραῖα.
― Θὰ κάμουμε τὰ ξεχώματα τοῦ παιδιοῦ, εἶπε διὰ βραχέων ὁ Λαμιαῖος.

* * *

Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ μάρσιπος μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ παπᾶ εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα. Ὁ σάκκος, ὅστις εἶχεν ἀποτελέσει τὸ ἀριστερὸν φόρτωμα τοῦ ὀναρίου, εἶχεν ἀποτεθῆ ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω, σύρριζα εἰς τὸν δυτικὸν τοῖχον, τὴν πρόσοψιν τοῦ ναΐσκου. Ὁ Σαψώνης, ἀφοῦ ἔτρεξε γαυγίζων ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφαγε μέγα κόμματον ψωμίου, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχε ρίψει ὁ Λαμιαῖος, ἐγύρισε πάλιν πλησίον μας, καθὼς εἴχομεν καθίσει ἀντικρὺ τοῦ ναοῦ, ἔκαμνεν ἓν βῆμα πρὸς τὸν σάκκον, εἶτα ἓν βῆμα πρὸς ἡμᾶς, ἐξέπεμπε μικρὰ γαυγίσματα, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ κοιτάζῃ καὶ νὰ ὀσφραίνεται πρὸς τὸ μέρος τοῦ σάκκου.
Ἐψάλαμεν τὸν Ἑσπερινὸν νύκτα. Εἶχε κοσμήσει ἡ Εὐπραξία τὸν δίσκον τῶν κολλύβων, καὶ ὁ ἱερεὺς εἰς τὸ τέλος, μὲ τὸ Τρισάγιον, ἐμνημόνευσεν «ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Εὐθυμίου». Ἐδειπνήσαμεν εἰς τὴν αἴθρην ἔξω, ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ, εἰς τὸ φῶς δύο κηρίων, καὶ ὑπὸ τὴν βαθεῖαν ἀστροφεγγιάν. Ἀλλ᾿ ἦτο ἤδη ψύχρα, καὶ ἡ καλογραῖα, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ, εἶχεν ἀνάψει εἰς τὸ κελλίον, τὸ διπλανὸν πρὸς τὴν ἰδίαν κατοικίαν της, γενναῖον πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν. Μᾶς ἐκάλεσε δέ, ἂν ἠθέλομεν, ν᾿ ἀναβῶμεν, καὶ νὰ ξεκουρασθῶμεν εἰς τοὺς δύο χαμηλοὺς σοφάδες, πλησίον τῆς λαμπούσης ἑστίας. Ἡ πρότασις ἦτο λίαν ἑλκυστική, ὕστερον ἀπὸ τὴν μικρὰν κούρασιν, καὶ τὴν πολλὴν δροσιάν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀπολαύσει εἰς τὴν ὡραίαν, μελαγχολικὴν ἐκδρομήν μας.
Πρὶν κοιμηθῶμεν, ὁ Λαμιαῖος (ἦτο ὣς τριανταπέντε χρόνων τότε, γλυκὺς φίλος, καὶ πολὺ προσφιλὴς εἰς εμέ. Ἐμπορευόμενος, καὶ εἷς ἐκ τῶν καλυτέρων τοῦ τόπου μας· ἀπέθανε τεσσαρακοντούτης) ἔκραξε τὴν καλογραῖαν, καὶ τῆς ἔδωκε, ταπεινῇ τῇ φωνῇ, τὴν ἑξῆς παραγγελίαν:
― Μῆτερ Εὐπραξία, πάρε τὸ κεφαλάκι τοῦ παιδιοῦ, καὶ τὶς δυὸ πλάτες, καὶ βάλε τα μὲς στὸ πανέρι. Βάλε τα ἀποκάτω ἀπ᾿ τὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μὲς στὴν Ἐκκλησιά, καὶ σκέπασέ τα, μὲ τὸ ἴδιο προσόψι, ποὺ θὰ στρώσῃς ἀποκάτω. Θὰ διαβαστοῦν τὸ πρωί. Καὶ τὸ σακκὶ μὲ τὰ κόκκαλα, αὔριο, τὰ ρίχνεις στὸ Κοιμητήρι, ἐπάνω ἐκεῖ στ᾿ Ἁλώνι.

* * *

Ἐξυπνήσαμεν, κ᾿ ἠρχίσαμεν τὸν ὄρθρον εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Ἦτο μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, καὶ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἐψάλαμεν τὸν Ἄμωμον, ὅπως συνηθίζεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ τὸν θεσπέσιον ἐκεῖνον νεκρώσιμον Κανόνα τοῦ Θεοφάνους, τὸ «Ἐν οὐρανίοις θαλάμοις…» Εἶτα ἐμβήκαμεν εἰς τὴν Λειτουργίαν, καὶ ἀπελύσαμεν μίαν ὥραν πρὶν ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος.
Καὶ τὸ τρυφερὸν μικρὸν κρανίον κ᾿ αἱ ἁβραὶ καὶ λεπταὶ ὠμοπλάται, εὐλογήθησαν κ᾿ ἐμνημονεύθησαν κ᾿ ἡγιάσθησαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τούτου ὁ μικρὸς Εὐθύμιος, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἤκουε τὸ τροπάριον «Τοῦ παραδείσου πολίτην καὶ γεωργόν», ἐνῷ ἦτο πολίτης τοῦ παραδείσου ἀπὸ τριετίας ἤδη.
Καὶ ὁ φίλος μας Χρῖστος, ὁ πατὴρ τοῦ μικροῦ Εὐθυμίου (γαμβρὸς ἐπ᾿ ἀδελφῇ τοῦ Λαμιαίου), ἐφαντάζετο ὅτι ὁ μικρός, ὅστις εἶχε σβήσει εἰς τετραετῆ ἡλικίαν, εἶχεν ἀνάγκην δακρύων, καὶ κηρίων, καὶ κολλύβων. Καὶ δὲν ἐβάστα ἡ πατρικὴ ψυχή του νὰ ἰδῇ τὰ κόκκαλα τοῦ παιδίου καὶ τὸ κρανίον του προτιθέμενα ἐντὸς κανίστρου εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναόν, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς εἶχε στείλει εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ τελέσωμεν τὰ τῆς ἀνακομιδῆς κρυφὰ καὶ ἐν παραβύστῳ εἰς τὴν ἔρημον μοναξίαν.
Καὶ τὸ πρωί, ὅταν ἐψήλωσεν ὣς μίαν καλαμιὰν ὁ ἥλιος, ὁ Σαψώνης, ὁ σκύλος τοῦ Σταμάτη ὁ ἀδέσποτος, ἠκολούθησε τὴν καλογραῖαν ἐπάνω εἰς τ᾿ Ἁλώνι, εἰς τὸ Κοιμητήρι τοῦ παλαιοῦ μονυδρίου, καὶ καθὼς ἐκείνη ἐκένωνε τὸν σάκκον μέσα εἰς τὸ ὀστεοφυλάκιον, ὁ γηραιὸς σκύλος ἀνωρθοῦτο, κ᾿ ἐστηλώνετο πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ μικροῦ κτιρίου, κ᾿ ἐξέπεμπε γογγυσμοὺς συνεσταλμένης ἐπιθυμίας, ὡς νὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ: «Κρῖμα, τόσα κόκκαλα!»
(1907)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 217-221

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ – IVAN GOLL


Ύστερα από τριάντα έξι ώρες σιδηροδρομικού ταξιδιού, ο Όντεμαρ και η Ιρμελίνδη έφτασαν σ' ένα μικρό λιμάνι της δαλματικής ακτής. Ένα φτωχό και βρώμικο χωριό, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά ενός πετρώδους βουνού, τους υποδέχτηκε χωρίς μεγάλη έμφαση. Οι κάτοικοι με έκφραση δύσπιστη, με μάτια διαπεραστικά και πονηρά, σχηματίζοντας μικρές ομάδες έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών, σχολίαζαν την απροσδόκητη εμφάνιση των δύο ξένων. Αλλά όταν το πριγκιπικό ζεύγος έφτασε στην προκυμαία όπου λικνίζονταν τρεις ψαράδικες βάρκες κι ένα μικρό ατμόπλοιο, τα οποία αποτελούσαν το στόλο αυτού του λιμανιού, ένας αστραφτερός ορίζοντας απλώθηκε μπροστά στα μάτια τους. Η θάλασσα, ρόδινη από τον ήλιο που κρεμόταν σαν πορτοκάλι από ένα σύννεφο, απλωνόταν σαν βεντάλια ανάμεσα στις δύο πλευρές της γωνίας που σχημάτιζε η απόκρημνη ακτή σ' εκείνο το σημείο. Και στο βάθος προς Βορρά, διέκρινε κανείς ένα μικρό νησί σκοτεινό σαν σημαδούρα. Ο Όντεμαρ έβαλε μια φωνή:
-Κοίτα εκεί κάτω! Αυτό είναι! Αυτό είναι!
Έκανε νόημα σ' ένα γέρο που διασκέδαζε φτύνοντας στο νερό και έμοιαζε εκπληκτικά στο βασιλιά Νικόλο. Ο ιθαγενής πλησίασε, ζαρώνοντας τα μάτια του σαν μπροστά σε έντονη φωτεινή ανταύγεια – αυτή που έβγαινε από τα μαλλιά της Ιρμελίνδης – και τέντωσε τα χείλια του χωρίς να χαμογελάσει.
-Η Ιζόλα Λουκέρτα; ρώτησε ο Όντεμαρ, δείχνοντας το νησί.
Ο Δαλματός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
-Io sono il principe! είπε τότε ο Όντεμαρ με φωνή τενόρου.
Ο γέρος συνέχισε να κρατάει τεντωμένα τα χείλια του χωρίς να χαμογελάει, αντί να γονατίσει μπροστά σ' έναν τόσο μεγάλο άρχοντα, όπως ο Όντεμαρ είχε φανταστεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
-Ιο! επανέλαβε ο καινούργιος ιδιοκτήτης με ένταση. Αλλά τα λόγια του δεν έκαναν καμία εντύπωση στον ντόπιο κάτοικο, παρ' όλο που τον είχε καταλάβει.
Έξω απ' αυτό άλλωστε, οι δύο άντρες δεν καταλάβαιναν τίποτε στις διαφορετικές γλώσσες τις οποίες μιλούσαν, έστω κι αν τις απλοποιούσαν στο έπακρο. Ο Όντεμαρ χρειάστηκε να καταφύγει σε εκφραστικές χειρονομίες, για να δώσει στο συνομιλητή του να καταλάβει ότι ήθελε να τον μεταφέρουν στο κτήμα του με μια βάρκα. Ο γέρος κατάλαβε μονάχα όταν ο Όντεμαρ κούνησε μια δέσμη χαρτονομίσματα μπροστά στα μάτια του.
Στη συνέχεια εξαφανίστηκε, προφανώς για να κάνει τις αναγκαίες προετοιμασίες, που φαίνονταν να συναντούν κάποιες δυσκολίες. Στο μεταξύ, όλος σχεδόν ο πληθυσμός του χωριού είχε συγκεντρωθεί στην είσοδο του λιμανιού και κοίταζε το ζευγάρι με μια έκφραση που ο Όντεμαρ ήθελε να πιστεύει πως ήταν αφοσίωσης. Τυλίχθηκε μέσα στον μανδύα του σαν Ισπανός ταυρομάχος. Η Ιρμελίνδη χτυπούσε τα πόδια της από ανυπομονησία και κούραση.
-Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να είσαι πριγκίπισσα σ' αυτή τη χώρα, είπε.
Επιτέλους, ο γέρος ξαναγύρισε μέσα σε μια βάρκα με πρωτόγονη μορφή, την τυποποιημένη και ποτέ ξεπερασμένη μορφή των φοινικικών πλοιαρίων. Οι κινήσεις του σαν κωπηλάτη δεν είχαν κι αυτές εξελιχθεί εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια.
Ύστερα από μερικές δυνατές απλωτές με τα κουπιά, έπλεαν σε λίγο στ' ανοιχτά. Στην αρχή, η Λουκέρτα έμοιαζε μ' ένα μεγάλο πορτογαλέζικο όστρακο. Σιγά-σιγά μεγάλωνε, αλλά εξακολουθούσε να παραμένει γκρίζα και βραχώδης, και οι πράσινες σκιές που ο Όντεμαρ πάσχιζε να διακρίνει ανάμεσα στα βράχια ήταν τελείως απατηλές σαν αντικατοπτρισμοί της ερήμου. Όσο περισσότερο πλησίαζαν τόσο τα βράχια γίνονταν εχθρικά και απότομα. Ούτε ένα δέντρο ούτε μια πλαγιά ομαλή. Μια βουβή απελπισία κατέλαβε τον καινούργιο ιδιοκτήτη, και όταν απείχαν μισό χιλιόμετρο από το σκοπό τους έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπει.
Ο κωπηλάτης χαμογελούσε χωρίς ν' ανοίγει τα χειλια του.
Τελικά, πλησίασαν μια στενη, πετρώδη ακρογιαλιά, υγρή και βαθουλωτή σαν χαράδρα. Ο γέρος πήδησε στην ξηρά και έδεσε τη βάρκα. Μετά, ακολουθώντας ένα μονοπάτι χαραγμένο μέσα στα βράχια, περνώντας από στενά κι απότομα περάσματα, οδήγησε το ζευγάρι στο εσωτερικό του νησιού.
Το μονοπάτι ανέβαινε σιγά-σιγά, περνούσε δίπλα από γκρεμούς, γινόταν επικίνδυνο. Κανένας απ' τους τρεις δεν είχε προφέρει λέξη μετά την προσάραξη της βάρκας. Αλλά ξαφνικά, φθάνοντας στην άκρη ενός οροπεδίου, η Ιρμελίνδη έβγαλε, πρώτη, μια φωνή.
Απλωμένη κάτω απ' τον ήλιο, μια πράσινη πεδιάδα, στολισμένη με κίτρινα και λευκά λουλούδια και διάσπαρτη από κυπαρίσσια, κατέβαινε προς τη θάλασσα, προς την άλλη άκρη του νησιού, σε μια έκταση 1.800 περίπου μέτρων. Ήταν ένα θέαμα παραδεισιακό. Μεγάλες πεταλούδες, με πολύχρωμα φτερά, κεντούσαν πολύπλοκα σχέδια στον αέρα. Ένα άγριο πουλί, αργό και μεγαλόπρεπο, διέγραφε μια σπειροειδή κίνηση προς τον ήλιο. Στο βάθος, ένα ρυάκι σερνόταν ελικοειδώς, σαν χοντρό, άκακο φίδι.
Ο Όντερμαν έπιασε το λευκό χέρι της Ιρμελίνδης και τό 'φερε στα χείλια του, σαν να 'ταν εκείνη που του είχε κάνει ένα τέτοιο δώρο.
Αλλά δεν είχαν την υπομονή να απολαύσουν με τα μάτια για πολύ το θαυμαστό τοπίο. Θέλησαν να το κατακτήσουν αμέσως, να το αγγίξουν με τα πόδια και με τα δάχτυλα για να πιστέψουν πως ήταν στ' αλήθεια πραγματικό. Κατέβηκαν τρέχοντας προς την κοιλάδα, πατώντας πάνω σ' ένα μαβί χαλί από ρείκια. Σε λίγο βατομουριές γεμάτες αγκάθια άρχισαν να πιάνονται από τη φούστα της νεαρής γυναίκας. Όταν τα χέρια της θέλησαν να κόψουν κάτι ψηλά άνθη με ιριδωτούς κάλυκες, εκείνα έβγαλαν ένα κίτρινο σαν πύον υγρό. Μια όχεντρα, διακοσμητικό αραβούργημα πάνω σ' ένα βράχο, σφύριξε θυμωμένη που την ανησύχησαν. Στη συνέχεια, φθάνοντας στο βάθος της κοιλάδας, ένιωσαν τα πόδια τους να χώνονται στη λάσπη. Όλη εκείνη η καταπράσινη και αστραφτερή ομορφιά στην επιφάνεια ήταν επικίνδυνη και δηλητηριώδης. Όταν κάθισαν κάπου, ένα σμήνος από κουνούπια δημιούργησαν ένα ασφυκτικό, θορυβώδη κλοιό γύρω απ' τα κεφάλια τους.
-Που να ξεκουραστεί κανείς εδώ; ρώτησε η Ιρμελίνδη που ήταν πολύ κουρασμένη και ανήσυχη.
-Έτσι είναι όλοι οι παράδεισοι! είπε ο Όντεμαρ σαν ν' απαντούσε στον εαυτό του.
-Πεινάω! παραπονέθηκε η νεαρή γυναίκα.
Ο πρίγκιπας του νησιού δεν είχε ούτ' ένα σάντουιτς να προσφέρει στην αγαπημένη του.
«Σαράντα δολάρια!» σκέφτηκε πικρά. «Ε'ομαο ακριβά ή όχι; Ένα ρώσικο θωρηκτό θα μου είχε αποφέρει περισσότερα. Αν ήμουν τώρα στο Βερολίνο, θ' αγόραζα τη βίλα του Κρόνπριντς που μου είχαν προσφέρει. Θα βρίσκαμε τουλάχιστον γογγύλια στον κήπο!»
Δεν παραδέχτηκε ωστόσο ότι είχε νοσταλγήσει τη Γερμανία.
Ο ψαράς τον απέσπασε απ' τις σκέψεις του, μ' ένα ελαφρό χτύπημα στον ώμο, δίνοντάς του να καταλάβει ότι έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του γιατί ήταν αργά. Ο Όντεμαρ ένιωσε σχεδόν ευγνωμοσύνη για τον γέροντα που τον ανάγκαζε να εγκαταλείψει αυτόν τον απαίσιο παράδεισο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είχε αγοράσει ένα πραγματικό όνειρο, μια απτή και επιδεχόμενη μέτρησης ψευδαίσθηση, με αυθεντικά βράχια και πλούσια βλάστηση – κι ωστόσο περισσότερο στερημένο αξίας για εκείνον απ' όσο τα όνειρα της νύχτας και οι ψευδαισθήσεις του νου!
Παίρνοντας ένα άλλο μονοπάτι, που παρέκαμπτε την πλαγιά των βράχων και προχωρούσε κατά μήκος του πελάγους, ο γέρος οδήγησε ξανά τους πελάτες του στη βάρκα...




IVAN GOLL
ΣΟΔΟΜΑ ΚΑΙ ΒΕΡΟΛΙΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1992

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Ο Καταστροφέας των Σκιών – Joseph Campbell



Δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει συγκεκριμένο σύστημα ερμηνείας των μύθων. Η μυθολογία είναι σαν το θεό Πρωτέα, «το γέροντα της θάλασσας με τη γλυκιά λαλιά». Ο θεός «θα πει μια λέξη και θα πάρει το σχήμα κάθε πράγματος που βαδίζει στη γη, κολυμπάει στο νερό ή καίει σαν τη φωτιά»(1).
Ο ταξιδιώτης της ζωής που επιθυμεί να διδαχθεί από τον Πρωτέα πρέπει «να τον αρπάξει με δύναμη και να τον πιέσει όσο μπορεί», ώστε τελικά να εμφανισθεί με την κανονική μορφή του. Αυτός ο πανέξυπνος θεός, όμως, δεν αποκαλύπτει ποτέ – ακόμη και στον πιο ικανό αναζητητή – όλη την έκταση της σοφίας του. Η απάντηση που θα δώσει, θα αφορά μόνο την ερώτηση που θα του έχει τεθεί και αυτό που αποκαλύπτει είναι σημαντικό ή ασήμαντο, ανάλογα με την ερώτηση. «Οπότε ο ήλιος ανατέλλει και στέκεται ψηλά, στη μέση του ουρανού, η αρχαία μορφή αναδύεται από την αρμύρα της θάλασσας, εκείνη με τη γλυκιά λαλιά, πριν έλθει η ανάσα του Δυτικού Άνεμου και τον καλύψουν τα σκοτεινά κύματα της θάλασσας. Και μόλις βγαίνει, ξαπλώνει στα βαθουλώματα των σπηλαίων για να κοιμηθεί, πλαισιωμένος από τις φώκιες, η σπορά της όμορφης κόρης του αλμυρού νερού, που κλάπηκαν βίαια από τα νερά της γκρίζας θάλασσας, και είναι πικρά τα αρώματα που οσφραίνονται στους βυθούς της αλμυρής θάλασσας»(2). Ο έλληνας πολεμιστής βασιλιάς Μενέλαος, με την καθοδήγηση μιας εξυπηρετικής θυγατέρας του γέροντα θαλασσινού θεού, έμαθε τον τρόπο για να αποκτήσει την εύνοια του θεού, επειδή μοναδική του επιθυμία ήταν να μάθει τα μυστικά των προσωπικών του δυσκολιών και τις περιπλανήσεις των φίλων του. Ο θεός δεν αρνήθηκε να του απαντήσει.
Ο μοντέρνος νους θεωρεί τη μυθολογία σαν μια αξέξια και πρωτόγονη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου της φύσης (Φρέιζερ). Σαν ένα δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας των προϊστορικών χρόνων, που παρεξηγήθηκε με το πέρασμα του χρόνου (Μίλερ). Σαν ένα αρχείο αλληγορικής καθοδήγησης για να δώσει το άτομο μια μορφή στην ομάδα του (Ντιρκχάιμ). Σαν ένα ομαδικό όνειρο, σύμπτωμα των αρχετυπικών αγώνων μέσα στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής (Γιουνγκ). Σαν τον παραδοσιακό φορέα των βαθύτατων μεταφυσικών ενοράσεων του ανθρώπου (Κουμαρασβάμι). Και σαν την Αποκάλυψη του Θεού στα τέκνα Του (Εκκλησία). Η μυθολογία είναι όλα αυτά. Οι διάφορες θεωρίες καθορίζονται από την προσωπικότητα του δημιουργού τους. Γιατί όταν δε διερευνάται με βάση το τι πραγματικά είναι, αλλά με το πως λειτουργεί, πως υπηρέτησε στο παρελθόν την ανθρωπότητα ή πως μπορεί να τη βοηθήσει σήμερα, τότε η μυθολογία εμφανίζεται τόσο πειθήνια, όσο και η ίδια η ζωή στα πάθη και τις απαιτήσεις του ατόμου, της ψυχής και της εποχής.

___________________
1. Ομήρου Οδύσσεια IV, 401, 417-418 (Μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης).
2. Όπως προηγ. IV, 400-406



JOSEPH CAMPBELL
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΙΑΦΑΡΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 2001

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ VIII – ALBERTO CAEIRO [FERNANDO PESSOA]


Ένα μεσημέρι στο τέλος της άνοιξης
είδα ένα όνειρο σαν φωτογραφία:
τον Ιησού Χριστό να κατεβαίνει στη Γη.

Ήρθε απ' την πλαγιά ενός βουνού
κι είχε γίνει πάλι παιδί,
έτρεχε, κυλιόταν στο χορτάρι
ξερίζωνε λουλούδια και τα πετούσε,
γελούσε δυνατά για να τον ακούν μακριά.

Το 'χε σκάσει απ' τον ουρανό.
Ήταν πολύ δικός μας για να παριστάνει
το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
Στον ουρανό ήταν όλα ψεύτικα, όλα αταίριαστα
με τα λουλούδια, τα δέντρα, τις πέτρες.
Στον ουρανό έπρεπε να είναι πάντα σοβαρός
και κάποιες φορές να ξαναγίνεται άνθρωπος
να ανεβαίνει στο σταυρό και να πεθαίνει πάντα
με ένα στεφάνι όλο αγκάθια γύρω γύρω
τα πόδια καρφωμένα μ' ένα τεράστιο καρφί
κι ένα κουρέλι στη μέση του
σαν αυτό που φοράν οι νέγροι στις εικονογραφήσεις.
Μήτε τον άφηναν να έχει πατέρα και μητέρα
σαν τα άλλα παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν δύο πρόσωπα:
ένας γέρος που τον έλεγαν Ιωσήφ, ξυλουργός το επάγγελμα
που δεν ήταν πατέρας του.
Ο άλλος ήταν ένα ηλίθιο περιστέρι
το μοναδικό άσχημο περιστέρι αυτού του κόσμου
γιατί δεν ήταν αυτού του κόσμου μήτε και περιστέρι.
Η μάνα του δεν είχε αγαπήσει πριν τον αποκτήσει.
Δεν ήταν γυναίκα. Ήταν μια σκευοθήκη
που μέσα της ήρθε από τον ουρανό.
Κι ήθελαν αυτός, που γεννήθηκε μόνο από μητέρα,
και δεν είχε ποτέ πατέρα για να τον αγαπήσει και
να τον σέβεται,
να κηρύσσει την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη!

Μια μέρα που ο Θεός κοιμόταν
και το Άγιο Πνεύμα πετούσε τριγύρω,
πήγε στο κουτί με τα θαύματα κι έκλεψε τρία.
Με το πρώτο έκανε να μην καταλάβει κανείς πως
το 'χε σκάσει.
Με το δεύτερο έγινε για πάντα άνθρωπος και παιδί.
Με το τρίτο έκανε έναν Χριστό αιώνια εσταυρωμένο
και τον άφησε καρφωμένο στο σταυρό που υπάρχει
στον ουρανό
και χρησιμεύει για πρότυπο όλων των σταυρών.
Έπειτα ανέβηκε ως τον ήλιο
και κατέβηκε με την πρώτη αχτίδα που βρήκε.

Σήμερα ζει μαζί μου στο χωριό.
Είναι ένα παιδί φυσιολογικό μ' ωραίο γέλιο,
σκουπίζει τη μύτη με το δεξί του χέρι,
τσαλαβουτάει στους νερόλακκους,
κόβει λουλούδια, τ' αγαπάει και τα ξεχνάει.
Πετάει πέτρες στα γαϊδούρια,
κλέβει τα φρούτα απ' τα περβόλια
και τρέχει κλαίγοντας και ουρλιάζοντας απ' τα σκυλιά.
Κι επειδή ξέρει πως δεν τους αρέσει,
και πως όλοι το βρίσκουν αστείο,
παίρνει στο κατόπι τα κορίτσια
που περπατάνε παρέα
με το σταμνί στο κεφάλι
και τους σηκώνει τα φουστάνια.

Εμένα μου τα 'μαθε όλα.
Μου 'μαθε να κοιτάζω τα πράγματα.
Μου δείχνει όλα τα πράγματα που υπάρχουν στα λουλούδια.
Μου λέει πόσο οι πέτρες είναι χαριτωμένες
όταν τις κρατάμε στο χέρι
και τις κοιτάζουμε προσεκτικά.
Μου λέει πράγματα πολύ κακά για το Θεό.
Λέει πως είναι ένας γέρος ανόητος και άρρωστος
που όλο φτύνει στο πάτωμα
και λέει χυδαιότητες.
Η παρθένος Μαρία περνάει τα απογεύματα της
αιωνιότητας πλέκοντας κάλτσες.
Και το Άγιο Πνεύμα ξύνεται με το ράμφος του
κι ανεβαίνει στις καρέκλες και τις βρομίζει.
Όλα στον ουρανό είναι ανόητα σαν την Καθολική
Εκκλησία.
Μου λέει πως ο Θεός δεν καταλαβαίνει τίποτα
από τα πράγματα που δημιούργησε -
«Αν είναι αυτός που τα δημιούργησε, για το οποίο
αμφιβάλλω» -.
«Λέει, παραδείγματος χάρη, ότι τα πλάσματα
τραγουδούν τη δόξα του.
Αλλά τα πλάσματα δεν τραγουδούν τίποτα.
Αν τραγουδούσαν θα ήταν τραγουδιστές.
Τα πλάσματα υπάρχουν κι αυτό είν' όλο,
γι' αυτό λέγονται πλάσματα».

Κι ύστερα, αποκαμωμένος να κακολογεί το Θεό,
ο Χριστούλης κοιμάται στο στήθος μου
και τον πηγαίνω αγκαλιά στο σπίτι.

...............................................................................

Μένει μαζί μου, στο σπίτι μου στα μισά του λόφου.
Είναι το αιώνιο Παιδί, ο Θεός που έλειπε.
Είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο ον,
είναι ένα θεϊκό ον που χαμογελάει και παίζει.
Γι' αυτό ακριβώς γνωρίζω με κάθε σιγουριά
πως είναι ο αληθινός Χριστούλης.

Κι αυτό το τόσο ανθρώπινο παιδί που είναι θεϊκό
είναι η καθημερινή μου ζωή του ποιητή,
κι ακριβώς επειδή πηγαίνει πάντα μαζί μου εγώ
είμαι πάντα ποιητής,
και το ελάχιστο βλέμμα μου
με γεμίζει αισθήσεις,
και ο μικρότερος ήχος, απ' ό,τι και να 'ναι,
μοιάζει να μιλάει μαζί μου.

Το Νέο Παιδί που κατοικεί μαζί μου
δίνει το ένα χέρι σ' εμένα
και το άλλο σε ό,τι υπάρχει
κι έτσι περπατάμε κι οι τρεις μας στον κάθε δρόμο,
πηδώντας και τραγουδώντας και γελώντας
απολαμβάνοντας το κοινό μας μυστικό
που είναι να ξέρουμε όπου και να 'μαστε
πως δεν υπάρχει μυστήριο στον κόσμο
και πως όλα αξίζουν τον κόπο.

Το Αιώνιο Παιδί με συνοδεύει πάντα.
Η κατεύθυνση του βλέμματός μου είναι το
δάχτυλό του που δείχνει.
Η ακοή μου προσεκτικά εύθυμη σε όλους τους ήχους
είναι τα γαργαλητά που κάνει, παίζοντας, στ' αυτιά μου.

Τα πάμε τόσο καλά ο ένας με τον άλλον
συντροφιά με τα πάντα
που ποτέ δεν σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλον.,
αλλά ζούμε μαζί όντας δυό
σε μια μυστική συμφωνία
όπως το αριστερό χέρι με το δεξί.

Το σούρουπο παίζουμε πεντόβολα
στο κατώφλι του σπιτιού,
σοβαροί όπως αρμόζει σ' ένα θεό κι έναν ποιητή,
σαν ο κάθε βόλος
να ήταν το σύμπαν ολόκληρο
και είναι γι' αυτόν μεγάλος κίνδυνος
να τον αφήσεις να πέσει χάμω.

Ύστερα εγώ του διηγούμαι ιστορίες μόνο για τα
πράγματα των ανθρώπων
κι αυτός χαμογελάει γιατί όλα είναι απίστευτα.
Γελάει με τους βασιλιάδες και μ' αυτούς που δεν
είναι βασιλιάδες,
και λυπάται σαν ακούει να μιλάν για πολέμους,
και για εμπόρια, και καράβια
που μένουν καπνός στον αέρα της ανοιχτής θάλασσας.
Γιατί αυτός ξέρει πως απ' όλα αυτά λείπει εκείνη
η αλήθεια
που έχει το άνθος όταν ανθίζει
και το φως του ήλιου
σαν αλλάζει τα βουνά και τις πλαγιές
και κάνει τους ασβεστωμένους τοίχους να πονάν τα
βλέφαρα.

Έπειτα αποκοιμιέται κι εγώ τον βάζω για ύπνο.
Τον παίρνω αγκαλιά και τον πηγαίνω σπίτι,
τον βάζω για ύπνο, γδύνοντάς τον αργά
σαν να ακολουθώ ένα τελετουργικό πολύ καθαρό
και μητρικό ώσπου να μείνει ολόγυμνος.

Κοιμάται μέσα στην ψυχή μου
και κάποιες φορές ξυπνάει τη νύχτα
και παίζει με τα όνειρά μου.
Μερικά τα γυρίζει ανάποδα,
κι άλλα τα βάζει το ένα πάνω στ' άλλο
και χειροκροτεί μονάχος
χαμογελώντας στον ύπνο μου.

................................................................................

Όταν θα πεθάνω, γιόκα μου,
ας γίνω εγώ το παιδί, το πιο μικρό.
Πάρε με τότε στην αγκαλιά σου
και πήγαινέ με σπίτι σου.
Γδύσε το ανθρώπινο και κουρασμένο είναι μου
και ξάπλωσέ με στο κρεβάτι σου.
Αν ξυπνήσω, διηγήσου μου ιστορίες
για να ξανακοιμηθώ.
Και δώσε μου από τα όνειρά σου για να παίζω
ώσπου να γεννηθεί μια μέρα
που εσύ ξέρεις ποια θα είναι.

..............................................................................

Αυτή είναι η Ιστορία του Χριστούλη μου.
Για ποιο λόγο που να τον καταλαβαίνουμε
να μην είναι αυτή πιο αληθινή
από όλα όσα σκέφτονται οι φιλόσοφοι
κι όλα όσα οι θρησκείες μας διδάσκουν;



FERNANDO PESSOA
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG 2014