.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η ποίησις των ερειπίων - Αριστομένης Προβελέγγιος


Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει.
Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει,
καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.

Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει,
καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω −
μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.

Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν,
καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν,
πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.

Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια,
καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει,
κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;

Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει
κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει,
ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;"




Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Μια βραδιά με τον Ρεντ - Charles Bukowski


«Ρεντ», είπα στον νεαρό, «για τα θηλυκά έχω πάψει πια να υπάρχω. Αλλά φταίω κι εγώ. Έχω σταματήσει πια να πηγαίνω σε χορούς, σε φιλανθρωπικές αγορές, ποιητικές βραδιές, παρτούζες και όλα αυτά τα νυφοπάζαρα που κλωθογυρίζουνε οι περισσότερες καργιόλες.
Παλιότερα, πάντα κάρφωνα κάτι, στα Μπαρ που γύρναγα, στο τραίνο, στην επιστροφή απ' το Ντελμάρ, παντού όπου ήτανε στα σκαριά κανένα μεθύσι. Αλλά σήμερα δεν τ' αντέχω πια τα Μπαρ. Όλοι αυτοί οι σκατότυποι που κάθονται σαν χαμένοι και σκοτώνουνε την ώρα τους, ελπίζοντας ότι όπου να 'ναι θα ξεφυτρώσει καμιά ψωραλέα γκόμενα και θα 'ρθει να τους καθήσει στα γόνατα. Αυτή όλη η κατάσταση είναι ντροπή για την ανθρωπότητα.
Ο Ρεντ στριφογύρισε ένα μπουκάλι μπύρας στον αέρα τ' άρπαξε και ξεκόλλησε το καπάκι στην άκρη του τραπεζιού μου.
«Όλ' αυτά, συμβαίνουνε στα κεφάλια διαφόρων Μπουκόβσκι, κι εσύ δε τα έχεις ανάγκη αυτά».
«Όλ, αυτά συμβαίνουνε στο κεφάλι της ψωλής μου, Ρεντ. Κι εγώ τα 'χω απόλυτη ανάγκη».
«Άκου τώρα δω, κάποτε πιάσαμε μια αλκοολικιά και την δέσαμε σ' ένα κρεβάτι. Παίρναμε 50 σεντς στο γαμήσι. Υπολογίζω ότι όλοι οι σακάτηδες κι οι παρανοϊκοί απ' την γειτονιά, την καβαλήσανε. Πρέπει να ξεπετάξαμε γύρω στους 500 πελάτες, σ' αυτές τις 3 μέρες και 3 νύχτες».
«Άνθρωπε! Ρεντ μ' ανακατεύεις!»
«Πως; εγώ νόμιζα ότι μιλάω με το γνωστό Βρωμόγερο;»
«Μπα, αυτό τ' όνομα μου 'μεινε επειδή δεν αλλάζω κάθε μέρα κάλτσες, κι αυτό είναι όλο. Την αφήνατε τουλάχιστο πότε-πότε να πάει για χέσιμο;»
«Γιατί;»
«Άχου, Θεία σκατά. Της έδωσες τίποτα να φάει;»
«Το είδος αυτό δεν τρώει. Της δίναμε κρασί κι έπινε».
«Θα με τρελάνεις»
«Μα γιατί;»
«Γιατί, γιατί αυτό δεν είναι ανθρώπινο, κατάλαβες; Κάτι τέτοιο είναι θηριωδία. Μα τι λέω, κάτι τέτοιο ούτε τα θηρία δεν το κάνουνε».
«Κι όμως βγάλαμε 250 δολάρια απ' αυτή την ιστορία».
«Πόσα της έδωσες εκεινής;»
«Τίποτα. Την αφήσαμε εκεί ξαπλωμένη. Το νοίκι έτσι κι αλλιώς θα το πλήρωνε, μετά από δύο μέρες».
«Την έλυσες;»
«Εμ, βέβαια. Αλλιώς μπορεί να μας κολλάγανε κανένα φόνο, που ξέρεις τι γίνεται».
«Τι αδιαφορία, τι απανθρωπιά!»
«Μιλάς σαν παπάς».
«Παράγγειλε, αν θες καμιά μπύρα ακόμη».
«Μήπως θέλεις να σου προμηθεύσω κανένα μουνί να γαμήσεις;»
«Πόσο; για 50 σεντς πάντα;»
«Όχι, θα πρέπει να επενδύσεις κάτι παραπάνω».
«Ευχαριστώ, να μου λείπει».
«Βλέπεις, στην πραγματικότητα δεν θέλεις γυναίκα».
«Σαν να 'χεις δίκιο».
Άνοιξε νέα μπύρα. Ήπιε μονορούφι. Και μετά σηκώθηκε. «Κοίταξε δω, βλέπεις; Έχω πάντα μαζί μου αυτό το ξυράφι, εδώ κάτω απ' τη ζώνη μου. Για τους περισσότερους Χόμπος το ξύρισμα είναι πρόβλημα. Για μένα, όχι. Κι όταν ταξιδεύω φοράω πάντα δύο παντελόνια – εδώ βλέπεις; – κι όταν φτάσω σε μια πόλη, βγάζω το έξω παντελόνι και το μπλε ναυτικό μου πουκάμισο. Από κάτω φοράω ένα άσπρο νάυλον, το βγάζω κι αυτό και το περνάω μια φορά στο νεράκι και σε καμιά ώρα είναι στεγνό. Φοράω και τη γραβάτα, γυαλίζω τα παπούτσια και μετά ψάχνω για το κατάλληλο μαγαζί. Τσιμπάω το σακκάκι που μου πάει πιο πολύ και σε δυό μέρες μέσα έχω μια φίνα δουλίτσα στο χέρι, «χαρτογιακάς» να πούμε, όπως ο κάθε ευυπόληπτος αστός. Κανένας δεν υποπτεύεται ότι ο Κύριος αυτός, δηλαδή εγώ, είναι ο ίδιος που έχει πηδήσει πριν δυό μέρες απ' το τραίνο, αφού ταξίδεψε όλο τον δρόμο μες στο βαγόνι που στοιβάζουνε τα ζώα. Αλλά από την άλλη μεριά πάλι, τις δουλειές αυτές δεν τις αντέχω για πολύ. Κι έτσι, μέχρι να ξαναρχίσουν οι γάτες να γαμιούνται, εγώ ετοιμάζομαι για τον καινούργιο γύρο».
Δεν ήξερα αν έπρεπε να συμπληρώσω κάτι σ' όλα αυτά. Γι' αυτό το βούλωσα και συνέχισα να κρατιέμαι στην μπύρα μου.
«Έχω πάντα μαζί μου κι αυτό εδώ το στιλέτο, εδώ κάτω απ' τη μασχάλη στερεωμένο μ' ένα ελατήριο, το βλέπεις;»
«Ναι, το είδα. Ένας φιλαράκος μου 'λεγε τις προάλλες ότι κι ένα ανοιχτήρι για μπουκάλια κρασί να γίνει εξαίρετο όπλο».
«Κι έχει δίκιο ο φίλος σου. Έτσι λοιπόν, κι όταν καμιά φορά με πιάνουνε οι μπάτσοι, ελευθερώνω στα γρήγορα το ελατήριο, σηκώνω τα χέρια και φωνάζω: ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ!...» (κι ο Ρεντ, μου παρουσιάζει με παντομίμα την σκηνή), «...κι έτσι μ' αυτή την κίνηση η κάμα πέφτει κάτω. Δεν βρίσκουνε ποτέ τίποτα επάνω μου. Ούτε ξέρω πια πόσες κάμες έχω εξαφανίσει έτσι».
«Έχεις ποτέ σου καθαρίσει καμιά υπόθεση με την κάμα, Ρεντ;»
Μου 'ριξε μια παράξενη ματιά.
«Καλά, ξέχασέ το», του είπα. «Πες ότι δεν ειπώθηκε τίποτα».
Πιαστήκαμε πάλι στις μπύρες μας.
«Είδα κάποτε σ' ένα σταθμό μια εφημερίδα που 'γραφε ένα ολόκληρο άρθρο για σένα. Ξέρεις σ' έχω για σπουδαίο συγγραφέα...»
«Σ' ευχαριστώ», του είπα.
«Προσπάθησα κι εγώ που λες να γράψω, αλλά δεν τα κατάφερα».
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Εικοσιένα».
«Ε, έχεις καιρό μπροστά σου».
Καθόταν εκεί και σκεφτόταν το πως θα μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Μετά έβαλε το χέρι στην κωλότσεπη.
«Αυτό μου το 'χουν δώσει κάποτε, για να κρατήσω κλειστό το στόμα μου».
Στο χέρι κρατούσε ένα πλεχτό πέτσινο πορτοφόλι.
«Ποιος;»
«Έτυχε να δω δυό τύπους που καθαρίζανε κάποιον, κι αυτοί είναι που μου δώσανε το πορτοφόλι για να μην πω τίποτα».
«Και γιατί τον βγάλανε από τη μέση;»
«Να γι' αυτό το πορτοφόλι που 'χε 7 δολάρια όλα κι όλα μέσα».
«Και πως έγινε;»
«Του ανοίξανε το κεφάλι με μια πέτρα. Εκεί που καθότανε κι έπινε, του σπάσανε το κεφάλι. Του πήρανε το πορτοφόλι. Κι εγώ τα είδα όλα».
«Και τι κάνανε μετά το πτώμα;»
«Πρωί-πρωί μόλις σταμάτησε το τραίνο για να βάλουνε νερό στη μηχανή, εκείνοι τραβήξανε το πτώμα έξω απ' το βαγόνι και το ρίξανε κάτω απ' την πλατφόρμα που φορτώνουν τα ζώα. Μετά ξανανεβήκανε στο βαγόνι και το τραίνο έφυγε».
«Χμμμ», είπα.
«Αργότερα βρίσκουνε οι μπάτσοι το πτώμα, κοιτάζουνε τα ρούχα, βλέπουνε και το πρόσωπο ενός αλκοολικού, χαρτιά ο άνθρωπος δεν έχει, κι έτσι η υπόθεση κλείνει. Άντε ένας χόμπο ακόμη. Ποιον ενδιαφέρει, τώρα κάτι τέτοιο;»
Συνεχίσαμε να πίνουμε για μερικές ώρες ακόμη. Του 'πα κι εγώ μερικές απ' τις πιο καλές μου ιστορίες, που φυσικά ούτε στο μισό απ' τις δικές του δε φτάνανε. Μετά δεν είχαμε πια τι να πούμε, ο καθένας μας σκεφτότανε τα δικά του.
Κάποια στιγμή ο Ρεντ σηκώθηκε.
«Λοιπόν, φίλε πρέπει να φύγω τώρα. Περάσαμε ωραία οι δυό μας».
Σηκώθηκα κι εγώ.
«Ναι, πρέπει να τ' ομολογήσω, ήταν πολύ ωραία Ρεντ».
«Άντε και γαμώ τα σκατά, μπορεί να ξαναβρεθούμε μια μέρα».
«Ναι γαμώ τα σκατά, Ρεντ».
Κατά κάποιο τρόπο, διστάζαμε να χωρίσουμε και επιβραδύναμε αυτή τη στιγμή. Γιατί μας είχε δέσει αυτή η βραδιά που περάσαμε μαζί και που ήταν πράγματι κατά κάποιο τρόπο ωραία.
«Στο επανιδείν μικρέ».
«Έγινε, Μπουκόβσκι!»
Τον παρακολουθούσα από πίσω καθώς έφευγε, έστριψε μπροστά απ' το φράχτη του σπιτιού κι απομακρύνθηκε πηγαίνοντας στη Νόρμαντη κι ακόμη πιο πέρα στο Βέρμοντ όπου και θα 'βρισκε δωμάτιο για τις επόμενες τρεις – τέσσερις μέρες, τώρα δεν φαινότανε πια κι ένα υπόλοιπο του φεγγαριού έφεγγε εκεί ψηλά ενώ εγώ κλείδωσα την πόρτα κι άδειασα μια τελευταία άνοστη μπύρα. Έσβησα το φως και σύρθηκα στο κρεβάτι, έβγαλα τα ρούχα και ξάπλωσα, ενώ όλοι αυτοί οι τύποι εκεί έξω στους σταθμούς εμπορευμάτων, περπατούν με βαριά βήματα πάνω στις σιδερογραμμές, ψάχνοντας τα τραίνα και σημειώνοντας τους τόπους προορισμού. Ελπίδα για καλύτερες πόλεις, για ομορφότερους καιρούς, για περισσότερη αγάπη ή ευτυχία ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν θα το βρούνε ποτέ. Αλλά κι ούτε θα σταματήσουν ποτέ να ψάχνουν γι' αυτό.
Αποκοιμήθηκα.

Charles Bukowski
NOTES OF A DIRTY OLD MAN ΠΕΖΑ 1
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΕΟ ΡΟΜΒΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ 1984

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Κρυμμένες αισθήσεις – Jean Cocteau


Είναι πολύ σπάνιο η γραφικότητα και η εκκεντρική ομορφιά να μη μας προκαλέσουν κούραση και μια θανάσιμη πλήξη. Τα σχήματα, οι γραμμές, τα χρώματα ασκούν μια δύναμη, την οποία η Δύση χρησιμοποιεί απερίσκεπτα, η Ανατολή όμως συνθέτει με αυτήν τα φίλτρα της.
Ένα ευαίσθητο άτομο επιβαρύνεται από την αταξία των διαστάσεων. Η βλακεία ενός αρχιτέκτονα είναι πολύ πιο επικίνδυνη από ο,τιδήποτε άλλο, επειδή είναι αδύνατο να γλυτώσεις από την επίδρασή της. Δεν πρόκειται για καλό ούτε για κακό γούστο. Πρόκειται για έναν τόπο που καταβάλλει, δηλητηριάζει, εξαντλεί, ρίχνει κατάρες και ευχές σιωπηλά και ύπουλα. Ένα ξενοδοχείο, ένα πλοίο μπορούν να προκαλέσουν περίεργες καταστροφές. Δεν ξέρουμε που να χρεώσουμε τη δυσφορία που διαλύει τα αποθέματά σας. Η ψυχή, τεταμένη, χάνει την ευλυγισία της. Το κακό γλυτώνει την ανάλυση. Στην αρχή γελάτε με την ασχήμια, η οποία σας παραξενεύει, σας εξαγριώνει. Λίγο λίγο, όμως, σας δηλητηριάζει. Ο οργανισμός σας παύει να αναπτύσσεται. Αλληθωρίζει, παραπαίει, πεθαίνει.
Η Ανατολή γνωρίζει αυτές τις φοβερές δυνάμεις. Τις χρησιμοποιεί για να βλάψει ή για να γοητεύσει. Ένας ναός στην Ινδία, μια κινέζικη παγόδα μπορούν να μας υπνωτίσουν, να μας μαγέψουν, να μας ενθουσιάσουν, να μας αποκοιμίσουν με τη χρήση των όγκων, των καμπυλών, των προοπτικών.
Ένα μνημείο που έχει ή που είχε μια χρησιμότητα, δε μας προκαλεί καθόλου κούραση. Το Κολοσσαίο χρησίμευε, η Ακρόπολη χρησίμευε. Η Σφίγγα χρησίμευε κ.λπ. Να γιατί μας αρέσουν. Δε χρειάζεται να ξέρεις σε τι χρησίμευαν, ούτε και να κάνεις χρήση των υπηρεσιών τους. Το γεγονός ότι γεννήθηκαν από μια ανάγκη, ότι ένας σκοπός κατηύθυνε αυτούς που τα κατασκεύασαν και τους ανάγκαζε να συμμορφώνονται με νόμους, τους αφαιρεί κάθε αταξία και κάθε επιπολαιότητα. Μπορεί να θέλουν να προκαλέσουν δέος, να ευχαριστήσουν, να κυριαρχήσουν, να εξασφαλίσουν την επιβίωση στους νεκρούς με την ομοιότητα ενός ίδιου, μπορεί μ' αυτή την ομοιότητα να τρομάζουν τους τυμβωρύχους, το σημείο εκκίνησης πάντως δεν είναι τυχαίο. Ποτέ οι μεγάλες εποχές δε μας έφεραν αντιμέτωπους με έργα αισθητικής. Ένα σκιάχτρο φοβίζει τα πουλιά, εμάς δε μας φοβίζει, αλλά και μόνο η αναγκαιότητα να επιτύχει κάτι εμπνέει τον χωρικό που κάνει την ευρεσιτεχνία και την απαλλάσσει από την «πνευματικότητα». Είναι η ομορφιά του τρόμου. Η ομορφιά που διαθέτουν οι μάσκες των νέγρων, τα τοτέμ, οι σφίγγες της Αιγύπτου.
Κίνητρα ισχυρά και σχεδόν πάντα απόκρυφα αποτελούν την κοιτίδα χιλιάδων λεπτομερειών που εξυφαίνουν την πολυποίκιλη ομορφιά του σύμπαντος. Ένα μοναδικό έργο μπορεί να φαίνεται αστήρικτο, αλλά η εκφραστική του δύναμη κρύβει πάντα ρίζες.
Έχετε υπόψη σας για ποιο λόγο η Κίνα σπάει τα πόδια των γυναικών της; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι: λόγω μόδας. Μια μόδα με μεγάλη ιστορία. Κατά τα άλλα, η ίδια η μόδα μπορεί να πηγάζει από εντελώς αναπάντεχα πράγματα. Ένας φαλακρός μπορεί να λανσάρει την περούκα, ένας κουτσός το παντελόνι που περνά κάτω από το παπούτσι, μια πριγκίπισσα γεμάτη κόκκινα σπυράκια την ψεύτικη ελιά, μια έγκυος αυτοκράτειρα το κρινολίνο κ.λπ. Δεν είνα λίγες οι αναπηρίες που αποτέλεσαν την προέλευση κάποιας ιδιαίτερης μόδας.
Η προέλευση του κολοβώματος των γυναικών της Κίνας είναι διαφορετική. Μια φυλή δημίων δε διανοείται τον έρωτα χωρίς πόνο. Ένα σπασμένο πόδι είναι ευαίσθητο στο σημείο του σπασίματος. Αρκεί να αγγίξεις το σημείο εκείνο, για να βασανίσεις. Αυτό είναι το αληθινό κίνητρο αυτού του εθίμου που παραξενεύει και που χάνεται μαζί με άλλες λεπτές συνήθειες. Όσο περισσότερο μας μιμείται η Κίνα, τόσο περισσότερο εγκαταλείπει τα μυστηριώδη της πλεονεκτήματα. Ο ερωτισμός επιστρέφει στη χοντροκοπιά της Ευρώπης.
Συνταγές μαγειρικής και συνταγές αγάπης χάνονται ή γίνονται φολκλορικές. Οι νεαρές Κινέζες σύζυγοι δε φοβούνται πια τα συζυγικά γυμνάσια που τους προκαλούσαν την κατάλληλη στιγμή σπασμούς και φωνές πόνου.

Ποια είναι η αφετηρία της ετικέτας που αλλάζει από τόπο σε τόπο εκ θεμελίων αυτό που γίνεται και αυτό που δε γίνεται σε ένα λαό;
Ινδοί και νέγροι προτιμούν χίλιες φορές να πεθάνουν παρά να εμφανιστούν γυμνοί μπροστά στο γιατρό. Ένας Άγγλος αξιωματικός που γδύνεται και κάνει μπάνιο στην όχθη ενός ποταμού, αν τύχει και τον αντιληφθεί ένας ιθαγενής, δεν έχει πρόσωπο, και πρέπει να φύγει από τις Ινδίες. Ένας ήχος από το στόμα είναι μια τιμή του Ανατολίτη οικοδεσπότη προς τον φιλοξενούμενό του. Ένας διαφορετικού τύπου ήχος είναι ντροπή την οποία δεν ξεπλένει παρά ο θάνατος.
Ένας νεαρός Ινδός στρατιώτης του επίατρου Μπ... άφησε αυτόν τον μοιραίο ήχο κατά τη διάρκεια μιας άσκησης. Ίσα που τον άκουσε κάποιος από τους συντρόφους του. Μια ώρα αργότερα, αυτοκτόνησε μέσα στη ζούγκλα με μια τουφεκιά.
Ένας πατέρας άφησε τον ίδιο ήχο σκύβοντας πάνω στην κούνια του γιου του. Η γυναίκα του του συμπεριφερόταν ως «πορδιστή» και αυτός έπρεπε να φύγει από το χωριό. Πέρασαν είκοσι χρόνια. Θέλησε να δει ξανά το γιο του. Επιστρέφει κρυφά στο χωριό. Ρωτά. Ο γιος του έχει γίνει ένας εύρωστος στρατιώτης του στρατού της Ινδίας. Είναι περήφανος! Βλέπει το γιο του που επιστρέφει σπίτι και τη γριά γυναίκα του όρθια στην πόρτα του σπιτιού. Ξεχνά το παρελθόν. Πάει πιο κοντά. Η γυναίκα του τον αναγνωρίζει: «Για δες, φωνάζει στο γιο της, ο πορδιστής ξαναγύρισε». Ο πατέρας έφυγε και δεν τόλμησε ποτέ ξανά να εμφανιστεί.
Αυτές οι δύο ιστορίες είναι ιστορίες αληθινές. Η επόμενη είναι επινόηση:
Μια πριγκίπισσα ερωτεύεται έναν παπουτσή. Της τον αρνούνται. Οι γιατροί υποχρεώνουν τον πατέρα να δεχτεί αυτόν το γάμο. Ο παπουτσής εκπαιδεύεται και ο γάμος γίνεται. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, ο παπουτσής αφήνει τον επικίνδυνο ήχο. Σηκώνεται από το τραπέζι, φεύγει, παίρνει μερικά παλιόρουχα, εγκαταλείπει τον πύργο και την πόλη και γίνεται λαγός. Περνά πεδιάδες, δάση, χωριά και φτάνει σε μια άλλη πόλη. Εγκαθίσταται, ανοίγει ένα μαγαζάκι, παντρεύεται και αποκτά παιδιά.
Γέρος πια, του έρχεται η επιθυμία να ξαναδεί την πόλη των νεανικών του χρόνων. Μια νύχτα, αφήνει την οικογένειά του, και κάνει την ίδια πορεία όπως παλιά, στην αντίθετη κατεύθυνση. Περνά δάση και πεδιάδες. Τέλος, αντικρίζει την πόλη, η οποία έχει γίνει αγνώριστη από τα καινούργια κτίρια.
Προχωρά. Κοιτάζει γύρω του. Του φαίνεται ότι αναγνωρίζει την πλατεία του πύργου, αλλά ο πύργος δεν είναι πια εκεί. Στη θέση του υπάρχει ένας δημόσιος κήπος και το Ταχυδρομείο-Τηλεγραφείο.
Πλησιάζει μια ζητιάνα της ηλικίας του. «Πότε», τη ρωτά, «κατεδαφίστηκε ο πύργος;»
Και, με μια χειρονομία που δηλώνει ότι δεν είναι κάτι πρόσφατο, η ζητιάνα του απαντά: «Τη χρονιά της πορδής».

Αποτρόπαια ιστορία. Με λίγα λόγια διδασκόμαστε ότι αυτός ο θανάσιμος ήχος άλλαξε το ρου των πραγμάτων και τα διαίρεσε σ' εκείνα που συνέβησαν πριν και σ' εκείνα που συνέβησαν έπειτα. Και σ' αυτόν το φτωχό παπουτσή φόρεσε ένα ασυνήθιστο στέμμα.
Στη Δύση αυτή η παρέκκλιση θα έκανε την πριγκίπισσα να κοκκινίσει και τον πατέρα της να πει: «Τα βλέπεις!»
Στην Ανατολή, καταλύει κάστρα και χρονολογεί μια βασιλεία.
Κι αν για τα λιωμένα πόδια υπάρχει εξήγηση, ετούτο παραμένει ένα αίνιγμα. Μας φτάνει να μάθουμε από που προέρχονται αυτές οι διαβαθμίσεις για να σταματήσουμε να τις θεωρούμε αστείες. Ο αμόρφωτος τουρίστας που γυρίζει τον κόσμο με τη δική μας μέθοδο, πρέπει να ξέρει ότι συμμετέχει σε μια τελετουργία, την πρώτη λέξη της οποίας αγνοεί. Μακάρι αυτή η διαπίστωση να τον κάνει πιο συνεσταλμένο και να του αφαιρέσει μια για πάντα την ευρωπαϊκή αυθάδεια. Μακάρι τίποτε από αυτά που τον ξενίζουν να μην τον κάνουν να γελά ή να χαμογελά και να σέβεται τα στοιχεία εκείνα που χάνουν κάθε διακοσμητική αφέλεια μόλις το μυαλό μας συλλάβει το νόημά τους.


Jean Cocteau
Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Ημέρες
(Το Πρώτο μου Ταξίδι)
Μετάφραση Φωτεινή Παπαρήγα
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2006

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Πολιτική Ανυπακοή και Κριτική της Πολιτικής Ανυπακοής – Nigel Warburton


Πολιτική Ανυπακοή

Μέχρι τώρα μελετήσαμε τους τρόπους που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογηθεί η τιμωρία των παραβατών του νόμου. Οι λόγοι για την τιμωρία είναι ηθικοί. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου θα ήταν ηθικά αποδεκτό να παραβεί κανείς το νόμο. Σ' αυτό το υποκεφάλαιο θα εξετάσω ένα συγκεκριμένο είδος παράβασης του νόμου που δικαιολογείται για ηθικούς λόγους: την πολιτική ανυπακοή.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η παράβαση του νόμου δεν είναι ποτέ δικαιολογημένη. Αν είναι κάποιος δυσαρεστημένος με το νόμο, θα πρέπει να προσπαθήσει να τον αλλάξει ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες: προτάσεις νόμου στη Βουλή, διαμαρτυρίες, επιστολές στον τύπο κ.λπ.
Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις στις οποίες η νόμιμη διαμαρτυρία δεν προσφέρει απολύτως τίποτα. Υπάρχει μια παράδοση παραβίασης του νόμου κάτω από ορισμένες συνθήκες που έχει γίνει γνωστή ως πολιτική ανυπακοή. Οι συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση της πολιτικής ανυπακοής διαμορφώνονται όταν οι άνθρωποι καλούνται να συμμορφωθούν με νόμους ή με κυβερνητικές πολιτικές τις οποίες θεωρούν άδικες.
Η πολιτική ανυπακοή έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στους νόμους και στις κυβερνητικές πολιτικές. Ξακουστό παράδειγμα αποτελούν οι Σουφραζέτες της Βρετανίας και το κίνημά τους, που κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το στόχο τους να δοθεί δικαίωμα ψήφου και στις γυναίκες μέσα από μια εκστρατεία δημόσιας πολιτικής ανυπακοής, κατά την οποία οι διαμαρτυρόμενοι έφτασαν στο σημείο να δένονται με αλυσίδες πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές.
Τελικά κατόρθωσαν να επιτύχουν μερική χειραφέτηση το 1918, οπότε δόθηκε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες άνω των 30 ετών, αν και αυτό οφειλόταν εν μέρει στον αντίκτυπο που είχε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Όπως και να 'χει οι Σουφραζέτες και το κίνημά τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αλλαγή του άδικου νόμου που απαγόρευε στις γυναίκες να συμμετέχουν στις υποτιθέμενες δημοκρατικές εκλογές.
Ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν και οι δύο ένθερμοι υποστηρικτές της πολιτικής ανυπακοής. Ο Γκάντι άσκησε τεράστια επιρροή στην ανάκτηση της ανεξαρτησίας της Ινδίας με παράνομες διαμαρτυρίες μη-βίας που οδήγησαν τελικά στην απομάκρυνση του Βρετανού Αντιβασιλέα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, καταπολεμώντας τις φυλετικές διακρίσεις με παρόμοιο τρόπο, βοήθησε του μαύρους Αμερικάνους των νοτίων πολιτειών της Αμερικής, να εξασφαλίσουν βασικά πολιτικά δικαιώματα.
Άλλο ένα παράδειγμα πολιτικής ανυπακοής προέρχεται από την άρνηση ορισμένων Αμερικανών να πολεμήσουν στον Πόλεμο του Βιετνάμ, αν και είχαν κληθεί να καταταγούν από την κυβέρνησή τους. Μερικοί το έκαναν προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι είναι κακό να σκοτώνεις κι έτσι θεώρησαν προτιμότερο να παραβούν το νόμο, παρά να πολεμήσουν και ίσως να σκοτώσουν συνανθρώπους τους. Άλλοι το έκαναν όχι επειδή αποδοκίμαζαν όλους τους πολέμους, αλλά επειδή πίστευαν ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ένας άδικος πόλεμος που έβαζε τους πολίτες σε τεράστιο κίνδυνο, χωρίς σοβαρό λόγο.
Η έκταση που είχαν πάρει οι αντιδράσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ ανάγκασε τελικά τις Ηνωμένες Πολιτείες ν' αποσυρθούν. Οι δημόσιες παραβιάσεις του νόμου αναμφίβολα τροφοδότησαν αυτές τις αντιδράσεις.
Η παράδοση της πολιτικής ανυπακοής είναι μια παράδοση μη-βίαιων και δημόσιων παραβιάσεων του νόμου που σκοπό έχουν να εστιάσουν την προσοχή του κοινού σε άδικες νομοθεσίες ή κυβερνητικές πολιτικές. Όσοι δρουν στα πλαίσια της παράδοσης της πολιτικής ανυπακοής δεν παραβιάζουν το νόμο απλώς για το προσωπικό τους συμφέρον. Το κάνουν για να επισύρουν την προσοχή σε κάποιον άδικο νόμο ή σε μια ηθικά απαράδεκτη κυβερνητική πολιτική και για να μεγιστοποιήσουν τη δημοσιότητα προς το σκοπό αυτό.
Αυτός είναι και ο λόγος που συνήθως συμβαίνει δημόσια, κατά προτίμηση μπροστά σε δημοσιογράφους, φωτογράφους και τηλεοπτικές κάμερες. Ένας Αμερικανός κληρωτός, λόγου χάριν, που κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ πετάει στα σκουπίδια το χαρτί της επιστράτευσης, προσπαθεί ύστερα να κρυφτεί για να μην πάει στρατό, επειδή φοβάται να πολεμήσει και δεν θέλει να πεθάνει, δεν δρα στα πλαίσια της πολιτικής ανυπακοής. Η πράξη του γίνεται για να διαφυλάξει τον εαυτό του. Αν ακολουθούσε την ίδια τακτική, όχι από φόβο για την προσωπική του ασφάλεια, αλλά για ηθικούς λόγους κι αυτό το έκανε μυστικά, χωρίς να δώσει καμιά δημοσιότητα στην περίπτωσή του, πάλι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δρα στα πλαίσια της πολιτικής ανυπακοής. Ένας άλλος κληρωτός, αντίθετα, που καίει το χαρτί της επιστράτευσης του δημόσια ενώ ταυτόχρονα τον μαγνητοσκοπούν τηλεοπτικές κάμερες και κάνει δηλώσεις που αφορούν το γιατί πιστεύει πως η αμερικανική ανάμειξη στον πόλεμο του Βιετνάμ είναι ανήθικη, δρα μέσα στα πλαίσια της πολιτικής ανυπακοής.
Ο τελικός σκοπός της πολιτικής ανυπακοής είναι ν' αλλάξει συγκεκριμένους νόμους ή κυβερνητικές πολιτικές, όχι να υπονομεύσει ολοκληρωτικά τη νομοθετική αρχή. Οι άνθρωποι που δρουν μέσα στα πλαίσια της παράδοσης της πολιτικής ανυπακοής αποφεύγουν συνήθως τη βία, όχι μόνον επειδή μπορεί να υπονομεύσει το σκοπό τους προκαλώντας αντίποινα, και κατ' επέκταση κλιμάκωση της σύγκρουσης, αλλά κυρίως επειδή οι λόγοι που προβάλλουν για την παράβαση του νόμου είναι ηθικοί και οι περισσότερες ηθικές αρχές αποδέχονται τη σωματική βλάβη σε τρίτους μόνο σε ακραίες καταστάσεις, όπως όταν δέχεται κανείς επίθεση και είναι αναγκασμένος να αμυνθεί.
Οι τρομοκράτες ή οι μαχητές της ελευθερίας (το πως τους αποκαλεί κανείς εξαρτάται από τη συμπάθεια που τρέφει για το σκοπό τους) χρησιμοποιούν βία για να πετύχουν πολιτικούς στόχους. Όπως και οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε πράξεις πολιτικής ανυπακοής, έτσι κι αυτοί θέλουν ν' αλλάξουν την υπάρχουσα κατάσταση όχι για προσωπικό τους όφελος, αλλά για το γενικό καλό, όπως το αντιλαμβάνονται εκείνοι. Η διαφορά τους βρίσκεται στις μεθόδους που είναι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να επιφέρουν αυτή την αλλαγή.

Κριτική της πολιτικής ανυπακοής

Αντιδημοκρατική

Αν υποθέσουμε ότι μια πράξη πολιτικής ανυπακοής εκδηλώνεται σε μια δημοκρατική χώρα, μπορεί να εμφανιστεί ως αντιδημοκρατική. Αν η πλειοψηφία των δημοκρατικά εκλεγμένων αντιπροσώπων ψηφίσει ένα συγκεκριμένο νόμο ή την εφαρμογή μιας κυβερνητικής πολιτικής, τότε η παράβαση του νόμου ως διαμαρτυρία μοιάζει να αντιτίθεται στο πνεύμα της δημοκρατίας, ιδιαίτερα αν στη συγκεκριμένη πράξη πολιτικής ανυπακοής εμπλέκεται μια πολύ μικρή μειονότητα πολιτών.
Το γεγονός, βέβαια, ότι όλοι είναι πιθανόν κάποια στιγμή να δυσαρεστηθούν από κάποια κυβερνητική πολιτική δεν είναι παρά το τίμημα που πληρώνει κανείς για να ζει σ' ένα δημοκρατικό κράτος. Αν η πολιτική ανυπακοή της μειονότητας είναι αποτελεσματική, τότε μοιάζει να δίνει στους λίγους τη δύναμη να ανατρέψουν την άποψη των πολλών. Κι αυτό μοιάζει βαθιά αντιδημοκρατικό. Από την άλλη, αν η πολιτική ανυπακοή δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, τότε δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να γίνονται τέτοιες πράξεις. Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, λοιπόν, η πολιτική ανυπακοή είναι είτε αντιδημοκρατική είτε μάταιη.
Ως αντίλογο, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσει κανείς ότι μια πράξη πολιτικής ανυπακοής έχει την πρόθεση να τονίσει κάποιες ηθικά απαράδεκτες κυβερνητικές αποφάσεις ή πρακτικές. Το κίνημα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Αμερική τη δεκαετία του 1960, λόγου χάρη, δίνοντας μεγάλη δημοσιότητα σε διαδηλώσεις που έρχονταν σε αντίθεση με τον επιβεβλημένο από το νόμο φυλετικό διαχωρισμό, γνωστοποίησε σ' όλο τον κόσμο την αδικία στην αντιμετώπιση των μαύρων Αμερικανών.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, η πολιτική ανυπακοή είναι μια τεχνική που λειτουργεί για ν' αναγκάσει την πλειοψηφία ή τους αντιπροσώπους της να αναθεωρήσουν τη θέση τους σε κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα κι όχι ένας αντιδημοκρατικός τρόπος για ν' αλλάξει κάποιος νόμος ή κάποια κυβερνητική πολιτική.

Διολίσθηση προς την ανομία

Άλλη μια αντίρρηση στην πολιτική ανυπακοή είναι ότι ενθαρρύνει την παρανομία, πράγμα που θα μπορούσε μακροχρόνια να υπονομεύσει την ισχύ της κυβέρνησης, αλλά και τη νομοθετική αρχή, και ότι αυτός ο κίνδυνος βαραίνει πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε οφέλη θα μπορούσε τελικά να έχει. Από τη στιγμή που υπονομεύεται ο σεβασμός προς το νόμο, ακόμα και για ηθικούς λόγους, υπάρχει κίνδυνος να επακολουθήσει γενικότερη ανομία.
Αυτό είναι ένα επιχείρημα «διολίσθησης», ένα επιχείρημα που υποστηρίζει ότι, κάνοντας ένα βήμα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, γίνεται αδύνατο να σταματήσεις μια διαδικασία που θα επιφέρει ένα προφανώς ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Όπως, όταν κάνεις το πρώτο βήμα σε μια ολισθηρή πλαγιά, είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσεις πριν αγγίξεις το κατώτερο σημείο, έτσι ακριβώς, ισχυρίζονται ορισμένοι, αν αρχίσεις να αποδέχεσαι ορισμένες παρανομίες, δεν υπάρχει τρόπος να εμποδίσεις τα πράγματα να φτάσουν στο σημείο της καθολικής ανυπακοής προς το νόμο. Ένα τέτοιο επιχείρημα, ωστόσο, κάνει το τελικό αποτέλεσμα να μοιάζει αναπόφευκτο, ενώ δεν είναι έτσι.
Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψει κανείς τον ισχυρισμό ότι μερικές πράξεις πολιτικής ανυπακοής θα υπονομεύσουν το σεβασμό για το νόμο ή, για να συνεχίσουμε με τη μεταφορά της διολίσθησης, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψει κανείς ότι σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο δεν μπορούμε να βάλουμε φρένο και να πούμε «Ως εδώ και μη παρέκει». Ορισμένοι μάλιστα υπέρμαχοι της πολιτικής ανυπακοής υποστηρίζουν ότι, όχι μόνο δεν υπονομεύουν τη νομοθετική αρχή, αλλά οι πράξεις τους φανερώνουν πως σέβονται βαθιά το νόμο. Αν κάποιος είναι διατεθειμένος να τιμωρηθεί από το κράτος προκειμένου να επιστήσει την προσοχή σε κάποιο νόμο που πιστεύει ότι είναι άδικος, αυτό δείχνει ότι ακολουθεί πιστά τη γενική αρχή ότι οι νόμοι πρέπει να είναι δίκαιοι και οι δίκαιοι νόμοι πρέπει να γίνονται σεβαστοί. Αυτό διαφέρει πάρα πολύ από την παράβαση του νόμου για προσωπικό όφελος.


Nigel Warburton
Φιλοσοφία, Τα Βασικά Ζητήματα
Μετάφραση Βίκυ Χατζοπούλου
Εκδόσεις Περίπλους 1999

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Ο Σωκράτης και η Τραγωδία - Friedrich Nietzsche


Η στενή συγγένεια της κατεύθυνσης που υπάρχει ανάμεσα στο Σωκράτη και στον Ευρυπίδη δε διέφυγε την προσοχή των συγχρόνων τους, και η πιο εύγλωττη έκφραση αυτής της διορατικότητας βρίσκεται στην αθηναϊκή παράδοση, που μας εμφανίζει το Σωκράτη σα στενώτατο συνεργάτη του Ευρυπίδη. Τα ονόματά τους αναφέρονταν το ένα δίπλα στ' άλλο απ' τους νοσταλγούς της παλιάς ωραίας εποχής, όταν απαριθμούσαν τους συγχρόνους τους δημαγωγούς, που, κάτω απ' την επίδρασή τους η παλιά και τραχιά φυσική και ηθική αρχή των ηρώων του Μαραθώνα θυσιαζόταν, όλο και πιο πολύ, σε μια αμφίβολη άλογη εκκαθάριση του παρελθόντος, ολέθρια στα σώματα και στις ψυχές. Σ' αυτόν το μισο-αγαναχτισμένο, μισο-περιφρονητικό τόνο συνέχισε να κάνει λόγο, γι' αυτούς τους δυο ανθρώπους, η αριστοφάνεια κωμωδία, προκαλώντας τρόμο στους νεώτερους, που, για να πούμε την αλήθεια, ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τον Ευρυπίδη, μα ασφυκτιούσαν όταν βλέπαν τον Αριστοφάνη να παρουσιάζει το Σωκράτη σαν τον πρώτο και το μεγαλύτερο απ' τους σοφιστές σαν τον καθρέφτη και την πεμπτουσία όλων των σοφιστικών τάσεων. Και τότε η μοναδική τους παρηγοριά ήταν να στηλιτεύσουν τον ίδιο τον Αριστοφάνη σαν έναν αλλόκοτο και ψευδολόγο Αλκιβιάδη της ποίησης. Χωρίς να θέλω εδώ να υπερασπιστώ τα βαθύτερα κίνητρα του Αριστοφάνη ενάντια σε παρόμοιες επιθέσεις, θα συνεχίσω να αποδείχνω, στηριζόμενος στα αισθήματα των αρχαιοτέρων, την αδιάσειστη αλληλεγγύη που υπήρχε ανάμεσα στο Σωκράτη, και τον Ευριπίδη, χωρίς να παραλείπω να υπενθυμίζω ότι ο Σωκράτης, ο εχθρός της τραγικής τέχνης, απέφευγε να παρευρίσκεται στις τραγικές παραστάσεις, εκτός όταν ανεβαζόταν ένα νέο έργο του Ευριπίδη. Το περιφημότερο όμως παράδειγμα αλληλοπροσέγγισης αυτών των δύο ονομάτων βρίσκεται στο χρησμό του μαντείου των Δελφών, που υπόδειχνε το Σωκράτη σαν τον σοφότερο ανάμεσα στους ανθρώπους, προσθέτοντας ωστόσο, σύγχρονα, πως στο μεγάλο διαγώνισμα της σοφίας το δεύτερο βραβείο ανήκε στον Ευριπίδη.
Τρίτος σ' αυτήν την κλίμακα αναφερόταν ο Σοφοκλής, αυτός που μπορούσε να καυχηθεί απέναντι στον Αισχύλο ότι έπραττε το ορθό, γιατί ακριβώς ήξερε τι ήταν το ορθό. Είναι φανερό πως, ακριβώς αυτό, αποτελεί το βαθμό διαύγειας αυτής της γνώσης, που ξεχωρίζει τους τρεις αυτούς άντρες σαν τα τρία «συνειδητότερα πνεύματα» της εποχής τους.
Την οξύτερη όμως διατύπωση, για να εκφράσει τη νέα αυτή και πρωτάκουστη εκτίμηση για τη γνώση και τη συνειδητή διαύγεια, μας την έδωσε ο Σωκράτης, όταν ανακάλυψε πως ήταν ο μόνος που τολμούσε να ομολογήσει στον εαυτό του, ότι δεν ξαίρει τίποτα, ενώ κατά τους περιπάτους του στην Αθήνα με την ιδιότητα του κριτικού παρατηρητή, κατά τις επισκέψεις που 'κανε στους σημαντικότερους πολιτικούς άντρες, τους ρήτορες, τους ποιητές και τους καλλιτέχνες, εύρισκε παντού τη φαντασίωση της σοφίας. Κατάπληκτος ανακάλυπτε ότι οι διάσημοι αυτοί άντρες, δεν είχαν σταθερές και ορθές γνώσεις, κι όταν ακόμα επρόκειτο για το επάγγελμά τους, που το ασκούσαν αποκλειστικά κατά τρόπο ενστικτώδη. «Μονάχα με το ένστιχτο», είναι η διατύπωση που μ' αυτήν ψαύουμε την καρδιά και την ουσία της σωκρατικής τάσης. Μ' αυτά τα λόγια ο σωκρατισμός καταδικάζει την τέχνη και την ηθική της εποχής του, γιατί όπου κι αν στρέφει το ερευνητικό του βλέμμα, διαπιστώνει την έλλειψη της συνειδητής σαφήνειας και σύγχρονα τη δύναμη της αυταπάτης, και διαπιστώνει, απ' αφορμή αυτή την έλλειψη, πως κάθε τι που υπάρχει είναι βαθύτατα παράλογο και αξιοκατάκριτο. Ξεκινώντας απ' αυτό το δοσμένο ο Σωκράτης θεωρεί ότι επιβάλλεται να διορθωθεί το υπάρχον. Κι έτσι προχωρεί, μοναχός του, με ύφος αγέρωχο και καταφρονετικό, πρόδρομος ενός πολιτισμού, μιας τέχνης, μιας ηθικής, ολότελα διαφορετικών, ενώ ο κόσμος ανάμεσα στον οποίο ζει είναι τέτοιος, που και τα τελευταία του ίχνη αποτελούν για μας πηγή βαθύτατου σεβασμού και χαράς.

Αυτός είναι ο τερατώδης δισταγμός που μας καταλαμβάνει κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο Σωκράτης, και που μας κεντά ακατάπαυστα να ξαναρχίζουμε να μελετάμε τη σκέψη και τις προθέσεις αυτής της προσωπικότητας, που είναι η περισσότερο διαμφισβητούμενη της αρχαιότητας. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που, μόνος αυτός, τολμά να διαμφισβητήσει την ουσία του ελληνισμού, όπως μας εμφανίζεται με τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Αισχύλο, το Φειδία, τον Περικλή, την Πυθία και το Διόνυσο, αυτή η ψυχή που το απροσμέτρητο βάθος της και το υπέροχο ύψος της προκαλούν τον κατάπληχτο θαυμασμό μας; Ποια δαιμονική δύναμη είναι αυτή που επιτρέπει στον εαυτό της να κυλήσει στη σκόνη αυτό το μαγικό πιοτό; Ποιος είναι αυτός ο ημίθεος στον οποίο αποτεινόμενος ο ευγενέστερος χορός των πνευμάτων της ανθρωπότητας, είναι υποχρεωμένος να φωνάξει: «Αλίμονο! Αλίμονο! Συνέτριψες, με μια δυνατή γροθιά, τον όμορφο κόσμο. Γκρεμίζεται, σωριάζεται!»(1)
είδος κλειδιού, που μας βοηθά να εισχωρήσουμε στην ψυχή του Σωκράτη, είναι το περίεργο φαινόμενο που μας έχει γίνει γνωστό με την ονομασία «Δαιμόνιο του Σωκράτη». Σ' ορισμένες περιπτώσεις, όταν φαινόταν να τον εγκαταλείπει η τερατώδης του διάνοια, ξανάβρισκε την αυτοπεποίθησή του, χάρη σε μια θεϊκή φωνή που του μιλούσε σ' αυτές τις στιγμές. Όταν ακουγόταν αυτή η φωνή, πάντα τον απέτρεπε από κάτι. Σ' αυτήν την ανώμαλη φύση, η ενστιχτώδης σοφία εκδηλώνεται για ν' αντιταχθεί, από καιρό σε καιρό, στη συνειδητή γνώση. Ενώ σ' όλους τους παραγωγικούς ανθρώπους το ένστιχτο είναι μια επικυρωτική και δημιουργική δύναμη, και η συνείδηση δημιουργική, είναι δηλαδή μια τερατωδία per defectum(2). Η αλήθεια είναι πως εδώ συναντάμε μια τερατώδη ελαττωματικότητα κάθε μυστικιστικής διάθεσης και, σε τέτοιο βαθμό, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το Σωκράτη σαν τον τύπο του μη μυστικόπαθου ανθρώπου, στον οποίο το λογικό πνεύμα αναπτύχθηκε, από πλεονασμό, κατά τρόπο υπερβολικό, όπως συμβαίνει με την ενστιχτώδη σοφία στο μυστικόπαθο άνθρωπο. Απ' την άλλη όμως, αυτό το λογικό ένστιχτο που εκδηλωνόταν στο Σωκράτη, δεν μπορούσε, με κανέναν τρόπο, να στραφεί εναντίον του. Η ακατάπαυστη χειμαρρώδης δύναμη της λογικής του εκδηλώνει μια φυσική δύναμη, που την ξαναβρίσκουμε για μεγάλη μας κατάπληξη και τρόμο, στις ισχυρότερες ενστιχτώδεις ενέργειες. Όποιος διαισθάνθηκε στα γραφτά του Πλάτωνα έστω και μια πνοή απ' αυτήν την απλότητα, απ' αυτή τη θεία σιγουριά, που χαρακτηρίζουν, στο Σωκράτη, τη συμπεριφορά του απέναντι στη ζωή, θα καταλάβει επίσης ότι ο θαυμαστός κινητήρας της σωκρατικής λογικής κινείται, μπορούμε να πούμε, πίσω απ' το Σωκράτη, κι ότι πρέπει να τον παρατηρήσουμε δια μέσου του Σωκράτη, όπως μέσα από μια σκιά. Είχε ο ίδιος τη διαίσθηση αυτής της σχέσης, που εκφράζεται με το σοβαρό και αξιόπρεπο τρόπο με τον οποίο παντού βεβαίωνε το θείο προορισμό του, ακόμα και μπροστά στους δικαστές του. Να τον αντικρούσεις σ' αυτό το σημείο ήταν, στον ίδιο βαθμό, απόλυτα αδύνατο, όπως και να επιδοκιμάσεις τη διαλυτική πάνω στα ένστιχτα επίδρασή του. Γι' αυτή την άλυτη αντίθεση, δεν απόμενε, όταν τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο παρά ένα είδος ποινής που μπορούσαν να του επιβάλλουν: ο οστρακισμός. Θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν πέρα απ' τα σύνορα σαν ένα άτομο που 'ταν ύποπτο, ανεξήγητο και ατιτλοφόρητο, χωρίς οι μεταγενέστεροι να 'χουν το δικαίωμα να κατηγορήσουν τους Αθηναίους για επονείδιστη ενέργεια. Φαίνεται όμως ότι ο ίδιος ο Σωκράτης επιδίωξε με πλήρη διαύγεια, χωρίς το φυσικό ρίγος που κυριεύει τον άνθρωπο μπροστά στο θάνατο, να καταδικαστεί σε θάνατο κι όχι σ' εξορία. Βάδισε προς το θάνατο, μ' εκείνη τη γαλήνη που θα χαρακτήριζε, σύμφωνα με την περιγραφή του Πλάτωνα, τον τελευταίο απ' τους συνδαιτημόνες που θα εγκατέλειπε κατά την αυγή το συμπόσιο, για ν' αρχίσει να ζει σε μια καινούργια μέρα, κι ενώ, πίσω του, πάνω στα θρανία ή κάτω στο πάτωμα, παρέμεναν κοιμισμένοι οι ομοτράπεζοί του, για να ονειρευτούν τον αληθινό ερωτιδέα, που τους τον είχε περιγράψει ο Σωκράτης. Ο θνήσκων Σωκράτης έγινε το νέο, το πρωτοείδωτο ιδανικό της ευγενικής ελληνικής νεότητας. Ο Πλάτωνας προπαντός, ο τύπος του Έλληνα εφήβου, προσκύνησε αυτήν την εικόνα, μ' όλη τη θέρμη της ονειροπόλας ψυχής του.


_______________
1. Απ' το Φάουστ του Γκαίτε.
2. Ελαττωματική.


Friedrich Nietzsche
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ν. Α. ΚΕΦΑΛΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 1980

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Περί Θεού – Harlan Ellison


...Ο Καρλ Σραγκ σήκωσε το κεφάλι καθώς ο άντρας από το Μπελόιτ έδενε τη ζώνη του. «Το αστείο σας ήταν πολύ κακόγουστο κύριε», είπε ψυχρά.
«Συμφωνώ», αποκρίθηκε ο άλλος. «Όμως επιτρέψτε μου να σας κάνω μια θεωρητική ερώτηση, καθαρά υποθετική».
Ο ιερέας έκλεισε το περιοδικό στο πτυσσόμενο τραπεζάκι, σημαδεύοντας τη σελίδα με το στυλό του. Αναστέναξε καρτερικά και κοίταξε τον συνταξιδιώτη του με μια έκφραση που μαρτυρούσε ότι ετοιμαζόταν να παραδώσει μαθήματα χρηστομάθειας. «Μάλιστα. Και ποια είναι η ερώτηση;»
«Πιστεύετε στο Θεό;», είπε ο άντρας.
«Σοβαρολογείτε;»
«Ρωτάω για να ξεκινήσω από κάπου. Είστε ιερέας, άρα η απάντηση είναι ναι. Όμως τι γίνεται με τους θεούς, τους άλλους θεούς, όχι το Θεό όπως τον ξέρουμε;»
«Υπάρχει μόνον ένας Θεός και ο μονογενής του Υιός».
«Ναι, βέβαια, συμφωνώ απολύτως. Αλλά ας πάρουμε για μια στιγμή εκείνους τους κακόμοιρους αδαείς, σκλάβους των ειδωλολατρικών τους πεποιθήσεων. Τους Αιγύπτιους που πίστευαν στον Πτα, στον Θωθ, στον Άμμωνα. Τους Μάγους που λάτρευαν τον Ράξα Κακουλά και τον Κεραυνό. Τους Βίκινγκ με τον Οντίν, τον Λόκι και τους υπόλοιπους. Τους λαούς του Κίτρινου Ποταμού και τον Κουάν Τι, το θεό του πολέμου, και την Κουάν Γιν τη θεά του ελέους. Την Αλτιτζίρα των Αβοριγίνων, τον Πάπα Λέγκμπα των Αϊτινών, τον Κιβάτι των Ινδιάνων, τον Κρόνο των Ελλήνων. Θεοί, όλοι τους. Ισχυροί θεοί, ωραίοι θεοί, αποτελεσματικοί θεοί. Τι κάνουμε μ' αυτούς τώρα που πέρασε η εποχή τους;»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ τον κοίταξε ήρεμα. Ένιωθε σιγουριά τώρα που η κουβέντα είχε έρθει στα δικά του χωράφια. «Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, κύριε. Όπως σας είπα: υπάρχει μόνον ένας Θεός και τ' όνομά του είναι Ιεχωβάς. Κι έχει μόνον ένα Υιό, τον Ιησού Χριστό, το Σωτήρα μας. Όλα τα υπόλοιπα είναι πρωτόγονη δαιμονολογία, φτηνές δεισιδαιμονίες, ειδωλολατρικές προλήψεις».
«Ναι, βεβαίως», είπε ο άντρας, σκύβοντας στο διάδρομο για να μαζέψει και να δώσει στον ηλικιωμένο μαύρο τη φθαρμένη κουβερτούλα που είχε πετάξει η κόρη του στη μοκέτα. «Αλλά θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μου τα φώτα σας ως θεολόγου, ως ανθρώπου του Θεού που έχει στοχαστεί σε βάθος αυτά τα πράγματα. Χρειάζομαι... πως να το πω... κάποια καθοδήγηση, ορισμένες αποσαφηνίσεις.
»Πάρτε για παράδειγμα τη μετάβαση από τον ελληνορωμαϊκό πολυθεϊσμό στο μεσαιωνικό χριστιανισμό. Όταν διαβάζουμε γι' αυτή την κατακλυσμιαία αλλαγή στην ιστορία του δυτικού κόσμου, μας εντυπωσιάζει η κυρίαρχη, αυτάρεσκη αίσθηση του θριάμβου, είτε τη συναντούμε σε χριστιανούς ιστορικούς όπως ο Ευσέβιος της Καισαρείας είτε σε χριστιανούς απολογητές όπως ο Αυγουστίνος, που άγιασε επειδή υπήρξε κλακαδόρος του Ιησού–»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ γούρλωσε τα μάτια, προσπάθησε να μιλήσει, έβηξε, έβγαλε άναρθρους ήχους και τέλος τραύλισε «κ-κ-κ», το πρώτο γράμμα του κλακαδόρου. Ο άντρας από το Μπελόιτ προσπέρασε την αντίδρασή του μ' ένα ανυπόμονο κυμάτισμα του χεριού και συνέχισε στον ίδιο τόνο: «Είμαστε και οι δύο άνθρωποι του κόσμου, δεν χρειάζεται να υπεκφεύγουμε. Ο Αυγουστίνος δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από δημόσιες σχέσεις για την πολιτική της ορθοδοξίας. Η άποψη ότι ο χριστιανισμός έφτασε να γίνει επίσημη κρατική θρησκεία, αποδεκτή και σεβαστή απ' όλους, χωρίς αντιδράσεις και ανταγωνισμούς, είναι... για να το πω επιεικώς μονολιθική. Αλλά δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Ακόμη και το 385 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος δυσκολεύτηκε να απαγορεύσει την πίστη στο πάνθεον–»
Μιλούσε τόσο γρήγορα και τόσο στρωτά που μετά βίας κατάφερε ο αιδεσιμότατος Σραγκ να διακόψει αυτόν τον περίκομψο λεκτικό ποταμό.
«Ειδωλολατρεία! Να τι ήταν! Ανίδεες, απολίτιστες ορδές που παραπατούσαν στα σκοτάδια πριν λάμψει το φως του Χριστού!»
«Μα ναι, φυσικά, συμφωνώ ανεπιφύλακτα και μ' όλη μου την καρδιά», είπε ο άντρας από το Μπελόιτ, διακόπτοντας το λογύδριο του αιδεσιμότατου σαν να μην είχε προσέξει ότι τα μάτια του Σραγκ κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Αλλά βλέπετε πως χρησιμοποιείτε τη λέξη «ειδωλολατρεία»; Σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που, στην αρχή τουλάχιστον, δεν υιοθέτησαν οι παγανιστές για τον εαυτό τους, αλλά επικράτησε για να διακρίνονται οι μη χριστιανοί επιζώντες, οι λεγόμενοι και «εθνικοί», μετά το βαθμιαίο εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και την επακόλουθη...»
«Ήταν βάρβαροι... ούτε τα κορδόνια τους δεν μπορούσαν να δέσουν... έβαφαν τα οπίσθιά τους γαλάζια και ξερίζωναν ο ένας την καρδιά του άλλου. Χόρευαν γυμνοί γύρω από φωτιές, ξεκοίλιαζαν τους εχθρούς τους κι έτρωγαν τα σπλάχνα τους... Ειδωλολάτρες... βάρ-βα-ροι!» Η φωνή του είχε υψωθεί, τραβώντας την προσοχή των συνεπιβατών. Ο άντρας από το Μπελόιτ χαμογέλασε αμήχανα στον ηλικιωμένο μαύρο απέναντι, αλλά εκείνος βιάστηκε να στραφεί στην κόρη του που επαναλάμβανε επίμονα δύο λέξεις: «Κάνει πιπί». Ο άντρας γύρισε στον αιδεσιμότατο Σραγκ και είπε: «Μα ούτ' εγώ επικροτώ τέτοιες συμπεριφορές, ιδίως το βάψιμο των κώλων, αλλά το γεγονός ότι τους αποκαλείτε βαρβάρους φανερώνει ότι δεν γνωρίζετε την ιστορία τους».

«Π-π-ποια ιστορία;»
«Για παράδειγμα, οι αρχαιολόγοι που σκάβουν στην Πάμπα-ντε-λας-Λιάμα Μοξέκε και στο Σετσίν Άλτο στις περουβιανές Άνδεις, δέκα χιλιάδες παγωμένα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ανακάλυψαν έναν πολιτισμό που προηγείται εκείνου των Μάγιας κατά δύο χιλιάδες χρόνια και των Αζτέκων κατά τρεις.
»Τεράστιοι ναοί σε σχήμα U με δέκα ορόφους. Μια απέραντη αποθήκη, μεγαλύτερη από γήπεδο του μπέιζμπολ φιλοξενούσε τις σοδειές τους. Τα κτίρια ήταν υπέροχα διακοσμημένα με ζωγραφιές ιαγουάρων, αραχνών, ερπετών». Έγειρε μπροστά και ψιθύρισε: «Τα ζωηρά τους χρώματα διατηρήθηκαν άθικτα χάρη στο ψυχρό και ξηρό κλίμα των Άνδεων. Γιατί νομίζετε ότι εγκαταστάθηκαν σε τέτοιο υψόμετρο, σ' ένα τόσο εχθρικό για τον άνθρωπο περιβάλλον, και ανέπτυξαν το θαυμαστό τους πολιτισμό την ίδια εποχή που οι Αιγύπτιοι έχτιζαν τις πυραμίδες και οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων άκμαζαν;
»Μήπως για να βρίσκονται κοντύτερα στους θεούς που λάτρευαν; Το θεωρείτε πιθανό; Βάλτε για μια στιγμή στην άκρη την «ειδωλολατρεία» και το μπογιάτισμα των κώλων και απαντήστε μου».
«Θα σταματήσετε επιτέλους να επαναλαμβάνετε αυτή τη λέξη!»
«Ποια, την ειδωλολατρεία;”
«Όχι, την άλλη».
«Α, λέτε για τους κω–»
«Ναι! Ναι, αυτήν!»
«Πρόθεσή μου δεν ήταν να προσβάλλω τις ευαισθησίες σας, αιδεσιμότατε. Εγώ απλώς μιλούσα για εναλλακτικούς θεούς. Εσείς μιλήσατε για το βάψιμο των ...»
Ο αιδεσιμότατος Σραγκ βιάστηκε να επέμβει. «Δεν υπήρξαν ποτέ αυτοί οι θεοί», είπε. «Μέχρι να αποκαλυφθεί ο Λόγος, οι ειδωλο-ε... οι παγανιστές πίστευαν σε περίεργα και απίθανα πράγματα».
«Μμμ, καταλαβαίνω. Οπότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «εθνικοί» μάρτυρες, όπως η Υπατία της Αλεξάνδρειας, πέθαναν για το τίποτα. Αλλά θα ήθελα να σας ρωτήσω–» κι έριξε μια φευγαλέα ματιά απέναντι όπου η προετοιμασία για το «πιπί» συνεχιζόταν «τι θα έκανε ένας τέτοιος θεός, ένας παρωχημένος θεός, ένας παρωχημένος θεός, στην περίπτωση που έχανε όλους τους οπαδούς του, μ' όλες του τις Υπατίες λιθοβολημένες μέχρι θανάτου από καλούς χριστιανούς, έχοντας μείνει χωρίς πιστούς, εκτός από κάνα-δυο σατανιστές εδώ κι εκεί, κάτι άπληστα υποκείμενα που προσπαθούν να τον επαναφέρουν για να διαλέξει τα τυχερά νούμερα του Λότο; Ε; τι θα έκανε τότε;»
«Δεν μποροώ να κάνω τέτοιου είδους εικασίες κύριε», είπε ψυχρά ο Σραγκ.
«Τίποτα;»
«Απολύτως».
«Δεν πιστεύετε ότι ίσως η Ήρα να το 'ριχνε στο κρασί και να κατέληγε μια αντιπαθέστατη μπέκρω;»
«Μα τι αήδιες είναι αυτές!»
«Μήπως ο Τζίζο, αυτή η παντοδύναμη ιαπωνική θεότητα, έπεφτε σε κατάθλιψη και σκεφτόταν σοβαρά να κάνει χαρακίρι;»
«Ποιος; Τι;»
«Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: μου λέτε ότι δεν το θεωρείτε πιθανό να συνέχισε ο Δίας να υπάρχει αφού ο Κωνσταντίνος εξανάγκασε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν και, καθώς κανείς δεν του απηύθυνε πια προσευχές, ούτε καν πασάλειβε με μια στάλα μπογιάς τα πισινά του, να βαρέθηκε τη ζωή του και να τίναξε τα ολύμπια μυαλά του στον αέρα;»
Ο ιερέας τον κοίταξε έξαλλος από θυμό. Κι έπειτα γύρισε επιδεικτικά το κεφάλι, πήρε το περιοδικό, το άνοιξε και έπιασε πάλι το σταυρόλεξο.
«Δεκαέξι κάθετα», είπε χαλαρά ο άντρας από το Μπελόιτ, «λέξη με εννέα γράμματα, συνώνυμο του “ανεκτός”: υποφερτός».
Ο ιερέας δεν απάντησε ούτε στράφηκε να τον κοιτάξει όταν ο άντρας από το Μπελόιτ έλυσε τη ζώνη του και σηκώθηκε για ν' ακολουθήσει τον ηλικιωμένο μαύρο που συνόδευε την κόρη του στις τουαλέτες στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Περίμενε όσο ο πατέρας ψιθύριζε στην κοπέλα: «Πήγαινε τώρα να κάνεις πιπί Έβελιν. Ξέρεις εσύ. Μπράβο το κοριτσάκι μου». Της άνοιξε την πόρτα λέγοντας: «Πρόσεξε μην ακουμπήσεις το σύρτη, γλυκιά μου. Θα μπεις, θα κάνεις το πιπί σου και θα βγεις. Εντάξει, καρδούλα μου;»
Η κοπέλα μπήκε κι εκείνος έκλεισε την πόρτα, χαμογελώντας αμήχανα στον άντρα που περίμενε πίσω του για να περάσει στο διπλανό κουβούκλιο.
Ο άντρας από το Μπελόιτ μπήκε στην τουαλέτα που συγκοινωνούσε μ' εκείνη όπου η Έβελιν κατέβαζε αργά και προσεκτικά πρώτα την κιλότα της και μετά την πάνα βρακάκι. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, πέρασε το χέρι του από το διάκενο ανάμεσα στα δύο WC και άγγιξε την Έβελιν στο κεφάλι. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια.
«Κοιμήσου καλό μου παιδί. Σ' αγαπούν μ' όλη τους την καρδιά, αλλά δεν τους έχουν μείνει πολλά χρόνια. Άφησέ τους να ζήσουν».
Και δημιούργησε το ανεύρυσμα και το έκανε να εκραγεί και το κορίτσι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Ο άντρας τράβηξε το καζανάκι, βγήκε από την τουαλέτα και πέρασε δίπλα από τον ηλικιωμένο μαύρο που γονάτιζε στο διάδρομο και φώναζε το όνομα της κόρης του.
Επέστρεψε στη θέση του. Η μάνα τινάχτηκε καθώς μια αεροσυνοδός έσκυβε από πάνω της για να της ψιθυρίσει κάτι. Πανικόβλητη, προσπάθησε να σηκωθεί, διαπίστωσε πως φορούσε ακόμη τη ζώνη, βάλθηκε να την τραβολογάει χωρίς να καταφέρνει να τη λύσει μέχρι που η αεροσυνοδός τη βοήθησε κι έπειτα έτρεξαν και οι δύο κατά τις τουαλέτες.
Ο άντρας από το Μπελόιτ έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε τον κοιμισμένο. Δεν περίμενε βέβαια να του ξαναμιλήσει ο αιδεσιμότατος Καρλ Σραγκ, αλλά ήθελε ν' αποτραβηχτεί όσο γινόταν. Ν' αποτραβηχτεί και να σκεφτεί με την ησυχία του την ανακούφιση που θα ένιωθαν, έστω και στιγμιαία, οι γονείς του κοριτσιού πριν αρχίσουν να διαχειρίζονται την οδύνη της απώλειας.
Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και από κάτω τους τα σύννεφα τραβούσαν το δρόμο τους.


Harlan Ellison
Το Πουλί του Θανάτου και Άλλες Ιστορίες
Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις – Βιβλιοπωλείο «Η Άγνωστη Καντάθ» 2013