.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Η Απαισιόδοξος θεωρία περί κακού. Αι γνωστικαί διαρχικαί αποκαλύψεις – ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ



Βάσις της διδασκαλίας των Γνωστικών εν γένει, είναι εν είδος συγκριτισμού όλων των δοξασιών αίτινες προϋπήρξαν της εποχής των (ορφισμός, νεοπλατωνισμός, αιγυπτιακή και βαβυλωνιακή θρησκεία, Ζωροαστρισμός, διδασκαλία του Φίλωνος κ.κ.) εις τον οποίον παρεμβάλονται χριστιανικά και ιουδαϊκά στοιχεία, πάντα δε ταύτα επενδύονται δια χαρακτήρος εσωτερικού, μυητικού και αποκαλυπτικού.
Ο Χριστός, έλεγον, ομιλών ενώπιον του όχλου και επομένως, μεταχειριζόμενος την εξωτερικήν γλώσσαν, προσηρμόζετο προς τας αντιλήψεις αυτού, ενώ εις τους μαθητάς του μετέδιδεν εν απορρήτω ανωτέραν (μυστικήν, εσωτερικήν) διδασκαλίαν, ήτις και απετέλει τον αληθή της χριστικής αληθείας πυρήνα. Τούτο αποδεικνύεται και εκ των λόγων του ιδίου Ιησού (Ματθ. 13, 11) αλλά και εκ των παραβολών και συμβόλων τα οποία πολλαχώς εχρησιμοποίει. Την ιδίαν τακτικήν ηκολούθησαν και οι Απόστολοι, μεταδώσαντες εις μόνους τους μεμυημένους την εσωτερικήν διδασκαλίαν, εις δε τον αμύητον όχλον την εξωτερικήν ηθικήν. Η διδασκαλία της Εκκλησίας είναι, κατά τους ίδιους Γνωστικούς , καθαρώς εξωτερική και κατ’ ακολουθίαν περικλείει ουχί την αγνήν αλήθειαν, αλλά μόνον εκείνο το μέρος αυτής το προς την αντίληψιν και τας αμέσους ανάγκας του όχλου προσηρμοσμένον, επομένως μετά πολλών πλανών μεμειγμένον. Εκείνος λοιπόν που θα ήθελε να μάθη την καθαράν και πλήρη αλήθειαν, ώφειλε να ζητήση την απόρρητον εκείνην σοφίαν. Η τελευταία αυτή είναι η αληθής και γνησία Γνώσις, εν αντιθέσει προς την υπό της Εκκλησίας επιζητουμένην Πίστιν, η οποία είναι κατωτέρα βαθμίς της Γνώσεως. Συνεπεία των αντιλήψεων τούτων και ίνα μη η ανωτέρα αύτη γνώσις περιπέση εις χείρας αμυήτων, υπεβάλλοντο τα μέλη εις είδος τυπολογικής μυήσεως, κατ’ αρχάς απλής (βάπτισμα) αργότερον πολυπλοκωτέρας.
Κατ’ αναλογίαν, αι πλείσται των γνωστικών αιρέσεων, διεχώριζον την ανθρωπότητα εις τρεις βασικάς κατηγορίας (γένη), αι οποίαι ήσαν κατά τον αιρεσιάρχην Ουαλεντίνον: Οι Πνευματικοί (υπόδειγμα ο Κάιν) πλήρεις θείου πνεύματος εις ους ήρκει δια να λυτρωθούν η Γνώσις και τα εκ ταύτης ιερά απόρρητα. Ο Χριστός παρέχει εις τούτους την έλλαμψιν. Ακολουθούν οι Ψυχικοί (υπόδειγμα ο Σηθ) οι οποίοι κατέχουν εν τη ψυχή των ασθενή τινα θείον σπινθήρα, των οποίων όμως η λύτρωσις δεν ήτο εξασφαλισμένη. Ώφειλον να πράττουν το καλόν, δια να επιτύχουν κατόπιν κόπων και θυσιών. Ο Χριστός ήτο δι’ αυτούς το καλόν παράδειγμα προς μίμησιν δια του βίου του, των εντολών του και του φαινομενικού θανάτου επί του σταυρού. Τέλος ήτο η κατηγορία των υλικών ή Χοϊκών (υπόδειγμα Άβελ) οι οποίοι εστερούντο τελείως θείας πνοής και έμελλον αδηρίτως να επανέλθουν εις τον πηλόν και την ιλύν, εξ ης είχον προέλθη. (Βλ. Ειρηναίος, Έλεγχος ψευδονύμου γνώσεως, A’ VII, 5).
Σημειωτέον ότι ο διαχωρισμός ούτος εις γένη δεν ήτο ίδιος των Γνωστικών. Τόσον ο Ωριγένης (εις Ιωάν. VI, 36,37) ομιλεί περί των τελείων (τετελεσμένων – μεμυημένων) όσον και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματ. VII) επεθύμει να έχη μεμυημένους, εκλεκτούς και ολιγάριθμους. Ενώ δε ο κανών ούτος ητόνησε δια της διαδόσεως της νέας Θρησκείας εις τους πάντας, τουναντίον ετηρήθη, με πάσαν δυνατήν μέριμναν από τας γνωστικάς αιρέσεις.
Μια εκ των πρώτων γνωστών είναι η αίρεσις των Μαρκιωνιτών (11ος, μ.Χ. αιών). Μαρκίων ο εκ του Πόντου, φέρεται ως υιός επισκόπου. Φυγών δια τας ιδέας του εκ της πατρίδος, ήλθεν εις Ρώμην και ίδρυσεν ιδίαν, όχι φιλοσοφικήν σχολήν, αλλά οργάνωσιν σαφώς θρησκευτικήν, μίαν Εκκλησίαν, η οποία επέζησεν επί αρκετούς αιώνας μετά τον θάνατον του ιδρυτού της. Η παρατήρησις ότι πολλά κακά υπάρχουν εν τω κόσμω, δεν επιτρέπει εις τον Μαρκίωνα να πιστεύση ότι αυτόν εδημιούργησεν ο αγαθός Θεός. Διαστέλλει λοιπόν τον ύψιστον αγαθόν Θεόν, από του Δημιουργού Θεού, ο οποίος δεν προέρχεται εξ εκείνου δι’ απορροής ή δια πτώσεως, αλλά ελαμβάνει τούτον ως όμοιον προς τον ύψιστον Θεόν, πλη αΐδιον και αντίθετον προς αυτόν.
Ο αληθής Θεός, η πρώτη Αρχή, είναι ο καλός Ξένος, η αρχή του Αγαθού, ο φιλεύσπλαχνος. Ο Δημιουργός, ο πλάστης του υλικού κόσμου, είναι ο σκληρός Ιαβέ της Π.Δ. Ο αγαθός Θεός, πριν επιφανή ο Χριστός, ήτο εντελώς άγνωστος, όχι μόνον εις τους προφήτας, αλλά και εις εαυτόν τον ίδιον. Ίνα αφανίση το κακόν έργον του Δημιουργού (του «Κοσμοκράτορος» πρβλ. «ο άρχων του κόσμου τούτου» της Κ.Δ.) και ίνα ελευθερώση τον άνθρωπον από του καταθλιπτικού ζυγού του κακού, απεκαλύφθη εξ οίκτου ορμώμενος εν τω υιώ Αυτού Ιησού Χριστώ, όστις κατήλθεν εις τον κόσμον και επεφάνη εν τη Ιουδαία, ενανθρωπήσας. Εν τω Χριστώ εκδηλούται η Αγάπη και η ευσπλαχνία του αγαθού θεου, ενώ εν τη Π.Δ. εμφανίζεται ο θεός της σκληρότητος και δικαιοσύνης. Ο θεός της Κ.Δ. είναι θεός αγαθός, ο θεός της Π.Δ. δεν είναι αγαθός, αλλά μοχθηρός, πλην είναι απλώς δίκαιος δηλ. παρέχει νόμους των οποίων την τήρησιν ελέγχει άνευ οίκτου και ελέους. Κατόπιν τούτων ο Μαρκίων απορρίπτει την Π.Δ. ως έργων των οπαδών του Δημιουργού και γέμουσαν ανακριβειών.
Εκ της ανωτέρω δοξασίας ο Μαρκίων αποδεικνύεται σαφώς δυαρχιστής, πλην η δυαρχία του περιωρίζετο κυρίως εις την αντιπαράταξιν της δικαιοσύνης προς την ευσπλαχνίαν, της σκληρότητος προς την αγάπην. Εν τη εξελίξει όμως της μαρκιωνικής εκκλησίας, ήδη από του τρίτου αιώνος, η αντίθεσις μεταξύ αγαθού και κακού θεού οξύνεται και καταλήγει εις την διαστολήν καλού Ξένου και Σατανά. Συνέπεια της αναγνωρίσως της Π.Δ. ως έργου της ράχης του κακού, ήτο και η θεώρησις όλων των υπ’ αυτής ως μοχθηρών, εν τη πραγματικότητι ως ηρώων. Ο Κάιν, ούτινος η Ουσία δεν ήτο ευπρόσδεκτος εις τον Ιαβέ, εγένετο το ίνδαλμα των Καϊνιτών. Ο όφις όστις έθεσεν εις πειρασμόν την Εύαν εν τω Παραδείσω, υπήρξε το αντικείμενον λατρείας των Οφιτών, Ναασηνών κ.α. διότι ο φωτοδότης Εωσφόρος προσεπάθησε να δώση εις το ζεύγος των Πρωτοπλάστων το δώρον της Γνώσεως, ούτινος ζηλοτύπως ο Ιαβέ απεστέρει αυτούς. Το έργον αυτό του φωτοδότου ταυτίζεται προς το έργον του Χριστού, όστις θεωρείται ως ο αληθής και τέλειος όφις.
Ιδιαιτέρως έντονα εμφανίζονται αι δυαρχικαί αντιλήψεις εις άλλην τίνα δοξασίαν, τον Μανιχαϊσμόν. Ιδρυτής της φερωνύμου αιρέσεως ήτο ο Μάνης ή Μανιχαίος (γεν. 216 μ.Χ.) όστις κατήγετο κατά τας πιθανωτάτας ειδήσεις, εξ επιφανούς οίκου των Περσών Μάγων. Ανατραφείς κατ’ αρχάς εν τη περσική θρησκεία του Ζωροάστρου, μετέστη αργότερον εις τον Χριστιανισμόν. Τω 242 τίθεται επικεφαλής κινήσεως με σκοπόν την εγκαθίδρυσιν νέας θρησκείας, αποκαλών εαυτόν ως τον υπό του Χριστού επηγγελμένον Παράκλητον, όστις ήρχετο δια να διαδώση εις την Ανθρωπότητα το πνεύμα της Αληθείας.
Ο Μάνης παρεδέχετο δύο αρχάς, αγεννήτους, αυτοφυείς και αϊδίους, τον Θεόν-Πνεύμα και την Ύλην. Εξ ων εκείνος μεν είναι το Αγαθόν, αυτή δε το Κακόν. Αμφότεραι αι αρχαί αύται υπηρετούνται υπό αναλόγων τη φύσει των δυνάμεων. Η Ύλη ανελθούσα εις τας άνω περιοχάς και καταπλαγείσα υπό του περί τω Θεώ Φωτός, ηθέλησε να κατάσχη την αρχήν, εκβάλλουσα τον Θεόν. Ο Θεός, προς κύρωσιν προβάλλει εξ εαυτού δύναμιν λεγομένην Μητέρα της Ζωής ή τον Πρώτον Άνθρωπον. Ούτος υπό των αρχόντων του σκότους πολεμούμενος θα εκινδύνευεν, εάν δεν έστελλεν ο Θεός προς βοήθειάν του, ετέραν δύναμιν προβληθείσαν και καλουμένην Ζων Πνεύμα. Κατά τον αγώνα όμως ο πρώτος Άνθρωπος απώλεσε πολλά εκ των φωτεινών συστατικών του, άτινα και κατεπόθησαν υπό των Αρχόντων. Ταύτα μένουσιν εν τη χαώδει ύλη και γίνονται Ψυχή του Κόσμου, ήτις είναι ο Χριστός, ο υιός του πρώτου Ανθρώπου, το δε ζών πνεύμα το οποίον έσωσε τον πρώτον Άνθρωπον, εγένετο κατά διαταγήν του Θεού κοσμοποιόν, συναγαγόν το εν τη ύλη υπολειφθέν και μήπω καταποθέν φως και συγκεντρώσαν αυτό εν τω Ηλίω και τη Σελήνη, τους δε δαίμονας προσήλωσεν ως αστέρας εις το στερέωμα. Ο εν τω Ηλίω και τη Σελήνη εδρεύων Ιησούς, πειράται να ελευθερώση το υπό της ύλης κατεχόμενον φως, βοηθούμενος προς τούτο υπό δύο άλλων όντων, τ.ε. υπό της Παρθένου του Φωτός και του Αγίου Πνεύματος.
Οι Άρχοντες του Σκότους, εποίησαν εκ του αφαιρεθέντος φωτός, κατά το πρότυπον του Πρώτου Ανθρώπου και καθ’ ομοίωσιν αυτών άνθρωπον, τον Αδάμ και εν συνεχεία την Εύαν, ίνα δι’ αυτών διαδώσωσι το ανθρώπινον γένος και παραλύσωσι την προς απελευθέρωσιν δύναμιν και τάσιν του εν ύλη κατεχομένου φωτός. Γάμος άρα και γέννησις κατάγονται εκ της κακής Αρχής, δι’ ο και η ανωτέρα τάξις, η των εκλεκτών, απηγορεύετο να συνάπτη γάμον.
Εν τω ανθρώπω διακρίνονται δύο ψυχαί. Η μεν το σώμα ζωογονούσα ψυχή κατάγεται εκ της ύλης και είναι φύσει κακή, η δε άλλη φωτεινή ψυχή, απορρέει εκ της αγαθής αρχής και είναι φύσει αγαθή. Αι δύο αύται ψυχαί εύρηνται εν διηνεκή προς αλλήλας διαμάχη. Η κακή ψυχή εμφορείται υπό κακών επιθυμιών, ων επακόλουθον είναι αι κακαί πράξεις. Η δε αγαθή ψυχή δεν αμαρτάνει, αλλά πράττει μόνον το αγαθόν. Το εγκαλόν αύτη δεν είναι η ενεργός βούλησις (της οποίας στερείται) αλλ’ απλώς η αδυναμία και η υποχώρησις εις τας επιθυμίας και ροπάς της άλλης ψυχής. Επειδή δε η αγαθή ψυχή ευρίσκετο εν πλάνη και αγνοία, ένεκα της επιβολής των Αρχόντων του σκότους, κατήλθεν εκ του Ηλίου ο Ιησούς, όστις διεφώτισε τας ψυχάς περί της αληθούς αυτών καταγωγής, έδειξε δε την οδόν της απαλλαγής των από των δεσμών της ύλης. Ο Ιησούς όμως δεν επρόφθασε να ολοκληρώση το απολυτρωτικόν του Έργον και προς τούτο έπεμψε το Αγ. Πνεύμα, όπερ και ενεφανίσθη εν τω προσώπω του Μάνεντος (Μανιχαίου).
Χάρις εις την ανεκτικότητα την οποίαν ο Μάνης και η εκκλησία του επέδειξαν, ευκόλως και ταχέως κατέκτησε τας ψυχάς των ανθρώπων και η αίρεσις έλαβε μεγίστην διάδοσιν. Ο Μάνης ήρχισε την διδασκαλίαν του τω 242 μ.Χ. Μετά παρέλευσιν ολιγώτερον του ενός αιώνος υπήρχον εκκλησίαι Μανιχαίων από του Τουρκεστάν, μέχρι της Καρχηδόνος και όλα τα σημεία εδείκνυον ότι μέλλει να καταστή η θρησκεία όλου του κόσμου. Κατά το έτος 1.000 μ.Χ. ο Μανιχαϊσμός είναι ακόμη η ισχυροτέρα αίρεσις κυρίως εις το Τουρκεστάν. Αλλά και εις την Αφρικήν το κλέος είναι τοιούτον ώστε σημειούται ο προσηλυτισμός και αυτού του Αγίου Αυγουστίνου. Η παραμονή του εις την ετεροδοξίαν διαρκεί επί 9 έτη «εάν δε αργότερον απεσπάσθη και κατέστη πολέμιος αυτής, παρ’ όλα ταύτα δεν δύναται να υποστηριχθή ότι απηλάγη τελείως των επηρειών της» (Runciman). Εις την διάλυσιν του Μανιχαϊσμού συνέβαλλον αι εισβολαί των βαρβάρων (Βανδήλοι).
Εκ της συντόμου σκιαγραφίας ην ανωτέρω παρουσιάσαμεν, δύο εκ των κυριωτέρων γνωστικών αιρέσεων, θα είναι εις θέσιν ο Αναγνώστης να αποκρυσταλλώση τα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας των περί προελεύσεως και του ρόλου της αρχής του Κακού.


ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

ΚΑΤΩ Ή ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ – ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ



«Ανακυκών την τέφραν του παρελθόντος...»

Εις πάντας γνωστός ο μύθος και τα παθήματα του ατυχέστατου των θνητών: του Οιδίποδος, ώστε να είναι ανάγκη να δόσωμεν ενταύθα σχετικήν αυτών περιγραφήν. Ας μας επιτραπή μόνον ν’ αναμνήσωμεν εις τον αναγνώστην εις μερικάς γραμμάς τα του περιφήμου της Αρχαιότητος αινίγματος.
Εις μακρινούς και λησμονημένους χρόνους ένα παράδοξον και μυστηριώδες θηρίον – η Σφιγξ – είχεν εγκατασταθή έξωθεν των Θηβών και κατέστη η μάστιξ των κατοίκων και των συγκοινωνιών. Το θηρίον αυτό προέβαλλε δύσλυτα προβλήματα εις όλους τους πλησίον της φωλεάς του διερχομένους διαβάτας και κατέτρωγεν αυτούς εν περιπτώσει καθ’ ην δεν ηδύναντο να δόσουν ικανοποιητικήν επ’ αυτών απάντησιν.
Η Τύχη – τεκταινομένη κατά πολύ μεγαλειτέρα του θανάτου κακά – ωδήγησε και τον Οιδίποδα ενώπιον της Σφιγγός, η οποία, πιστή εις την συνήθειάν της, προέβαλλεν εις τον πολυπαθή ήρωα το γνωστόν πρόβλημα: «Ποίον είναι το ζώον εκείνο, το οποίον κατά μεν την πρωίαν είναι τετράπουν, την μεσημβρίαν δίπουν και το εσπέρας τρίπουν;»
Ο Οιδίπους ηννόησεν ότι, το ζώον το «χαίρον» τας ιδιότητας αυτάς, ήτο ο άνθρωπος, όστις κατά μεν την παιδικήν ηλικίαν μεταχειρίζεται «πόδας τε χείρας τε» δια να κινηθή (επομένως την πρωίαν είναι τετράπουν), κατόπιν καθίσταται δίπουν και τέλος – κατά την γεροντικήν ηλικίαν – (το εσπέρας) λαμβάνει βοηθόν την ράβδον, μεταβαλλόμενος εις τρίπουν. Και τοιουτοτρόπως αι Θήβαι απηλλάγησαν της Σφιγγός, διότι αύτη «ευθύς ως ενικήθη υπό του Οιδίποδος, μη δυναμένη να υποφέρη την ήτταν της, επνίγη!»
Εάν τώρα θελήση ν’ ανεύρη ο αναγνώστης την απόκρυφον σημασίαν του παραδόξου αυτού αινίγματος, πρέπει να προστρέξη εις την θεμελιώδη αιτίαν, ήτις συντελεί, ώστε ο παροδικός της Γης επισκέπτης να διέρχηται δια των τριών αυτών περιόδων.
Ο άνθρωπος ευρίσκεται ένεκα της υλικής αυτού συστάσεως και της σαρκός του των αχαλινώτων επιθυμιών, υπό την διαρκή της Βαρύτητος επίδρασιν. Η δύναμις αυτή τον περιλαμβάνει εις τας απεράντους και αμειλίκτους αυτής αγκάλας από της στιγμής της συλλήψεώς του.
Όταν το βρέφος γεννηθή, αρχίζει τον κατά της βαρύτητος σκληρόν αγώνα. Κατά τας πρώτας εβδομάδας η απαλότης και ασθένεια των μυών του σώματος του καθιστώσιν αυτό ανίκανον ν’ ανταπεξέλθη νικηφόρον προς τον κληρονομικόν αυτόν απηνή εχθρόν του. Το βάρος του σώματός του είναι ανώτερον των δυνάμεών του. Και όταν το νήπιον προσπαθή να κινηθή, κατ’ ανάγκην πρέπει να μεταχειρισθή χείρας και πόδας, διότι τούτο πράττον, ελαττώνει – υποστηριζόμενον – σημαντικώτατα την επ’ αυτού ενέργειαν της βαρύτητος.
Τέλος παρερχομένουτου χρόνου και ισχυροποιουμένων των μυών του σώματός του, μετά πολλά αμφιταλαντεύσεις και προσπαθείας, κατορθώνει να εύρη την δύναμιν και ισορροπίαν, όπως κρατηθή επί των δύο του ποδών: από της στιγμής αυτής αρχίζει ο θρίαμβός του επί της βαρύτητος. Πλην φευ! Ο θρίαμβος ούτος είναι όχι μόνον παροδικός, αλλ’ ούτε καν μνείας άξιος. Διότι το να κρατηθή επί μόνων των ποδών του δεν σημαίνει άλλο ή την υποδούλωσιν αυτού την τελειοτέραν εις την ακαταμάχητον και διακρή αυτού αντίπαλον: κάθε βήμα, που κάμνει, σημαίνει και νέαν δαπάνην προς μεταφοράν του σώματός του. Κάθε του κίνησις σημαίνει νέον φόρον πληρωτέον εις την βαρύτητα.
Ούτω των πραγμάτων εχόντων ευκόλως αντιλαμβάνεταί τις τον ρόλον, τον οποίον παίζει η δύναμις αυτή, άνευ της οποίας δεν δύναται να νοηθή ο υλικός κόσμος εις την καθημερινήν του ανθρώπου ζωήν. Εάν πεινώμεν, τούτο κατά μέγιστον μέρος προέρχεται εκ της ανάγκης, όπως αντικατασταθώσιν αι ένεκα της βαρύτητος καταβληθείσαι σημαντικώταται ανθρώπινοι δυνάμεις.
Ευρισκόμεθα κατά ταύτα εις διαρκή κατά της μυστηριώδους αυτής δυνάμεως πάλην, μέχρι της τελευταίας μας πνοής. Όταν μεταβαίνωμεν εκάστην εσπέραν προς κατάκλισιν, μια των σπουδαιοτέρων αιτιών του ύπνου είναι η ένεκα της ενεργείας αυτής προελθούσα εξάντλησις καθ’ όλον το διάστημα της ημέρας. Η κλίνη είναι εν των λαμπροτέρων μέσων προς παροδικήν τουλάχιστον ανακούφισιν κατά της αμειλίκτου αυτής της ησυχίας του ανθρώπου εχθράς. Διότι επί ταύτης δυνάμεθα να ελαττώσωμεν σημαντικώτατα την εφ’ ημών ενέργειάν της, ένεκα των πολλαπλών σημείων υποστηρίξεων: εξαπλωνόμενοι ή μάλλον κατακλινόμενοι ελαττούμεν σημαντικώτατα – ουχί όμως εξ ολοκλήρου – την ενέργειαν της βαρύτητος. Η κλίνη κατά ταύτα είναι το συντελεστικώτατον και αποτελεσματικώτατον όργανον δια την ανάπαυσιν και αναπλήρωσιν των εξαντληθεισών εκ την κατά την ημέραν ορθοστασίας, κινήσεως ή ατελούς αναπαύσεως ανθρωπίνων δυνάμεων.
Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον εις τους ασθενείς (τους μη έχοντας δηλαδή αρκετάς δυνάμεις) ο ιατρός διατάσσει να κατακλιθώσι: διότι η κλίνη υποβιβάζει εις το ελάχιστον την επί του σώματος ενέργειαν της βαρύτητος και τοιουτοτρόπως αι εναπομείνουσαι εις τον ασθενή δυνάμεις δεν εξαντλούνται ταχέως, αλλά χρησιμοποιούνται, όπως κατορθώση ν’ αποκρούση την έφοδον και κακήν ενέργειαν της ασθενείας. Το παράδοξον όμως είναι ότι τούτο πράττοντες οι ιατροί το πράττουσιν χωρίς να γνωρίζουν τον πραγματικόν της κλίνης ρόλον, αλλ’ ακολουθούντες τυφλώς και αβασανίστως την μυριετή της Ανθρωπότητος πείραν.
Εξ αυτού και μόνου του γεγονότος θα ηδύνατο κανείς ταχέως να συμπεράνη τον σπουδαιότατον και πολυποίκιλον ρόλον, που παίζει η βαρύτης επί της υγείας του ανθρώπου, ρόλον τόσον ολίγον μελετηθέντα!
Ο άνθρωπος υπείκων και πάλιν εις τα κελεύσματα της πείρας, αλλ’ ουχί της επιστημονικής υποδείξεως, ενστίκτως εφεύρεν από αμνημονεύτων χρόνων τας έδρας, τα καθίσματα, τους θρόνους και παν μέσον προς ελάττωσιν της επιδράσεως της βαρύτητος κατά το διάστημα της ημέρας και της εγρηγόρσεως.
Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το αίνιγμα της Σφιγγός. Ο άνθρωπος τέλος, αφού κατά την νεανικήν και ανδρικήν του ηλικίαν εν τη διαρκή δια την ζωήν και κατά της βαρύτητος πάλην εξάντληση σημαντικάς του δυνάμεις, αρχίζει να αισθάνηται ολονέν και αυξανομένην την ολεθρίαν επ’ αυτού της βαρύτος επίδρασιν. Το σώμα του, το μόλις χθες ευθυτενές και υπερήφανον, αρχίζει να κυρτούται. Οι πόδες του υποτρέμουσι και μόλις είναι ικανοί να υποβαστάζουν το βάρος του. Η βακτηρία έρχεται εις επικουρίαν. Πικρά φευ! παρηγορία. Ο θάνατος – ο αμείλικτος θάνατος – πλησιάζει. Και τότε η βαρύτης εξασκεί την τελευταίαν επ’ αυτού επιρροήν. Αλλ’ εάν το πνεύμα του ανθρώπου απαλλάσσηται του σώματος, είναι ζήτημα εάν θραύη της βαρύτητος απολύτως τους δεσμούς, οι οποίοι τόσον πνικτικώτεροι και δισαπαλλακτικότεροι είναι, όσον ο άνθρωπος εκείνος εβάρυνεν αυτό με υλικάς – αντί αιθερίων – τροφάς και πράξεις. Αι πρώται εξασφαλίζουν το ...Κάτω. Αι άλλαι την πλήρη μυστηρίου του Ελληνικού Αλφαβήτου λέξιν Άνω!
Αλλά και επί του γηίνου σώματος η βαρύτης πολλάκις εξασκεί την απόλυτον κυριαρχίαν της. Εις τα Μουσεία της Ευρώπης μέχρι σήμερον ακόμη και ο έκπληκτος επισκέπτης παρίσταται μάρτυς του παράδοξου τούτου γεγονότος απέναντι των μωμιών – των βαρέων μωμιών – τινές των οποίων παρέδωσαν το πνεύμα προ τεσσάρων και πέντε χιλιάδων ετών!
Όταν κανείς υπ’ αυτήν την έποψιν εξετάζη το «Αίνιγμα της Σφιγγός» φέρεται εις το να παραδεχθή, ότι η Σφιγξ, η τους διαβάτας κατατρώγουσα, δεν είναι άλλο ή η προσωποποίησις της Βαρύτητος, της απηνούς αυτής Θεάς, η οποία κατατρώγει – βραδέως, αλλ’ ασφαλώς – τας δυνάμεις του ανθρώπου.
Ο απόρρητος ρόλος τον οποίον κυρίως αύτη παίζει εις τον υλικόν κόσμον είναι ρόλος τιμωρός: διότι εις αυτήν έχει ανατεθή υπό των δημιουργικών του Σύμπαντος Δυνάμεων η διαφύλαξις του Δικαίου. Αλλοίμονον εις τον παραβάτην! Οι δεσμοί της βαρύτητος κρατούσιν εν φυλακή την Ψυχήν του μέχρις αποτίσεως της αδικίας. Τούτο υπαινίσσονται αι ακόλουθοι του θεοπνεύστου Πλάτωνος εν τω Φαίδωνι μυστικιστικαί φράσεις:
«Εάν η ψυχή ήθελεν απαλλαγή του σώματος μεμιασμένη και ακάθαρτος, ένεκα του γεγονότος, ότι καθ’ όλην την ζωήν επί της γης δεν εφρόντιζε περί ουδενός άλλου ή της περιποιήσεως και ικανοποιήσεως της σαρκός, μη δυνηθείσα να χαλιναγωγήση τας ηδυπαθείας και επιθυμίας, μέχρι τοιούτου βαθμού εμβεβυθισμένη εις την απόλαυσιν των εγκοσμίων, ώστε να νομίζη ότι κανέν άλλο πράγμα είναι αληθινόν εκτός εκείνου, το οποίον έχει μορφήν σώματος, το οποίον δηλαδή κανείς δύναται δια της ΑΦΗΣ να αισθανθή, δια των οφθαλμών να ίδη, να πίη ή να φάγη ή να το μεταχειρισθή προς τα αφροδίσια, απεναντίας δ’ εκείνο το οποίον οι οφθαλμοί δεν δύνανται να ίδωσι, καθ’ ο άυλον, και το οποίον είναι νοητόν μόνον δια της φιλοσοφίας, είναι συνηθισμένη να το μισή, να το τρέμη και να το αποφεύγη – τοιαύτη ψυχή δεν δύναται ν’ αποχωρισθή του σώματος καθαρά και απλή. Αφήνουσα το σώμα κατ’ ανάγκην είναι τυλιγμένη με το σωματοειδές, με το οποίον ευρίσκετο εις στενωτάτην συνάφειαν, ώστε να γίνη τούτο σύμφυτον αυτή.
»Το μίασμα τούτο της ψυχής είναι στεροειδές, βαρύ, γεώδες και ορατόν. Ως δ’ εκ του τοιούτου βάρους η ψυχή έλκεται πάλιν εις τον ορατόν τόπον και επειδή φοβείται το αόρατον, περιφέρεται περί τα μνήματα και τους τάφους. Και εις τους τοιούτους τύπους έχουν ακριβώς παρατηρηθή ψυχών σκιώδη φαντάσματα, αι οποίαι δεν απεχωρίσθησαν καθαραί του σώματος, αλλ’ εξακολουθούσαι να μετέχουν του ορατού, και δια τούτο ορώνται.
»Αύται δε δεν είναι βέβαια ψυχαί αγαθών ανθρώπων, αλλά κακών και φαύλων αναγκαζόμεναι να περιπλανώνται περί εκείνους τους τόπους, εκτίνουσαι την τιμωρίαν της προτέρας αυτών διαγωγής, η οποία ήτο κακή. Πλανώνται δε μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν εμβυθίζονται και πάλιν εις το σώμα, ένεκα της συνακολουθούσης σωματοειδούς επιθυμίας».
Δεν είναι δε μόνος ο Πλάτων, ο αποκαλύπτων τοιαύτας περισπουδάστους αληθείας, αλλά πας συγγραφεύς μεμυημένος εις τα μυστήρια του Σύμπαντος. Παραθέτομεν και τας ακολούθους του Χριστού αποκαλύψεις:
«Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από το ανθρώπινον σώμα, διέρχεται δι’ ανύδρων τόπων, ζητούν ανάπαυσιν χωρίς να δύναται να την εύρη. Τότε λέγει: «θα επιστρέψω εις τον οίκον μου, οπόθεν εξήλθον, όταν όμως έλθη εις το σώμα του, το ευρίσκει νεκρόν, σεσηπός, άχρηστον. Τότε αναχωρεί και παραλαμβάνει μαζί του άλλα ΕΠΤΑ πνεύματα πονηρότερα εαυτού τα οποία εισέρχονται και κατοικούσι και πάλιν εις το σώμα και τοιουτοτρόπως τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου γίνονται χείρονα των πρώτων».


ΑΝΤΩΝΙΟΣ Φ. ΧΑΛΑΣ
ΤΟ ΕΙΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΥΠΟΛΑΝΘΑΝΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ
Ή ΠΕΡΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ Ν. Ε. ΠΡΕΑΡΗΣ
Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΑΘΗΝΑ 2003

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΜΑΤΙ – IVAN GOLL



Σε κοιτάζω που με κοιτάζεις, μάτι μου!
Ανέβηκες δεν ξέρω από που
στην επιφάνεια του προσώπου μου
με το αγέρωχο βλέμμα των λιμνών
και την καθαρή εντολή των καθρεφτών
Με κοιτάζεις
λίγο πιο έκπληκτο από το μάτι της τσίχλας ή απ’ το μάτι
του φρύνου
που είναι γεμάτα μεταφυσικό τρόμο
και φλέγεσαι από την παγερή φωτιά
των πρώτων λίθων.

Ω κύκλε μαγικέ, μάτι όλων των όντων!
Μάτι ηφαιστείου κατακόκκινο από αίματα νοσηρά
μάτι αυτού του μαύρου λωτού
που αναδύθηκες απ’ τη γαλήνη του ονείρου
μάτι διαμάντι κομμένο σε τριάντα έξι έδρες
που ατενίζεις τις εκατό χιλιάδες στάσεις του θανάτου
το σύμπαν γυρίζει γύρω σου
μάτι πρισματικό που κυνηγάς τα μάτια των άστρων
και τα οδηγείς στην περιδίνησή σου
που παρασύρεις νεφελώματα ματιών στη μανία σου
και ροδώνες ματιών που είναι ακόμα σκεπασμένοι με βλέφαρα
κοιμισμένα
δίχτυα ματιών από την τρίσβαθη θάλασσα

Μάτι μαγνητικό όπου οι χειμώνες ξανασμίγουν υπνωτισμένοι
όπου τα νυχτοχελίδονα τελειώνουν το ταξίδι τους
όπου σβήνουν τσαμπιά φεγγαριών
μάτι του προσώπου μου
ω παντοδύναμο

Σ’ αυτό το μάτι μέσα έρριξα
όλα μου τα ιερά λείψανα
το χρυσό ρολόι του παππού μου
και τους καρπερούς ήλιους των εγγονιών μου
τα πάντα είναι κλεισμένα σ’ αυτή την άβυσσο με τις χιλιόχρωμες
ανταύγειες
άβυσσο μεγάλη ίσαμε ένα φουντούκι κρύσταλλο

Ένα κρύσταλλο πολύ πιο αγνό απ’ την πηγή αυτούτου πρωινού
μια αγνότητα, απόσταγμα
χιλιάδων αιώνων πετροκάρβουνου και νύχτας
και στο κέντρο της φτερουγίζει ακόμα
ο αρχέγονος σκαραβαίος!

Κατεβαίνω, κατεβαίνω τη σκάλα των συνθετικών ύπνων
προς τους κόσμους του αχάτη όπου αναπαύεται η μήτρα
ανάμεσα στις σάρκες του μαλαχίτη
από σκαλί σε σκαλί συντρίβω
κρανία θεών και αυγά του μέλλοντος
αναζητώντας την ημέρα
στο βυθό των καθρεφτών.


IVAN GOLL
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1920-1950)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΓΜΗ 2003

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Με την Εντολή Ποιου; (Κένα-Ουπανισάντ) – ΟΙ ΔΕΚΑ ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΥΠΑΝΙΣΑΝΤ



1

Γλώσσα, μάτια, αυτιά, άκρα, ζωή, ενέργεια, όλα έρχονται σε βοήθειά μου. Αυτά τα βιβλία έχουν σαν θέμα τους το Πνεύμα. Ποτέ δε θα αρνηθώ το Πνεύμα, ούτε και Εκείνο θα με αρνηθεί. Ας είμαι ενωμένος, ας επικοινωνώ με το Πνεύμα. Όταν είμαι ένα με το Πνεύμα, είθε οι νόμοι που διακηρύσσουν αυτά τα βιβλία να γίνουν ένα μαζί μου, είθε να γίνουν.

Ο αναζητητής ρώτησε: «Τι κάλεσε το νου μου στην αναζήτηση; Τι έκανε να αρχίσει η ζωή μου; Τι κουνιέται μέσα στη γλώσσα μου; Γιατί δημιούργησε ο Θεός τα αυτιά και τα μάτια;»
Ο δάσκαλος απάντησε: «Ζει μέσα σε όλα όσα ζουν, το ακούμε με τα αυτιά, το συλλαμβάνουμε με το νου, το μιλάμε με τη γλώσσα, το βλέπουμε με τα μάτια. Ο σοφός άνθρωπος δεν προσκολλάται σε κανένα από αυτά, ανυψώνεται πέρα από τις αισθήσεις, κατακτά την αιώνια ζωή.
»Δεν μπορούν τα μάτια και η γλώσσα να το προσεγγίσουν, ούτε να το γνωρίσει ο νους. Δίχως να γνωρίζουμε, η έρευνα είναι άκαρπη. Τούτο βρίσκεται πέρα από το γνωστό, πέρα από το άγνωστο. Εμείς το μάθαμε από εκείνους που το δίδαξαν και το έμαθαν από την παράδοση.
»Εκείνο που κάνει τη γλώσσα να μιλά, αλλά δε χρειάζεται τη γλώσσα για να ερμηνεύσει, τούτο μόνον είναι το Πνεύμα. Όχι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα αυτιά.
»Αυτό που κάνει το νου να σκέπτεται αλλά δε χρειάζεται το νου για να σκεφθεί, τούτο μόνον είναι το Πνεύμα. Όχι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα αυτιά.
»Εκείνο που κάνει τα μάτια να βλέπουν, αλλά δε χρειάζεται μάτια για να δει, τούτο μόνον είναι το Πνεύμα. Όχι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα αυτιά.
«Αυτό που κάνει τα αυτιά να ακούν, αλλά δε χρειάζεται αυτιά για να ακούσει, αυτό μόνον είναι το Πνεύμα. Όχι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα αυτιά.
»Εκείνο που κάνει τη ζωή να υπάρχει, αλλά δε χρειάζεται ζωή για να ζει. Τούτο μόνον είναι το Πνεύμα. Όχι εκείνο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα αυτια».

2

«Αν νομίζεις πως γνωρίζεις πολλά, ξέρεις λίγα. Αν πιστεύεις ότι τα γνωρίζεις από τη μελέτη του νου ή της φύσης, μελέτα ξανά».
Ο αναζητητής είπε: «Δε νομίζω πως ξέρω πολλά, ούτε λέγω πως γνωρίζω ή δε γνωρίζω».
Ο δάσκαλος απάντησε: «Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει, δε γνωρίζει τίποτα. Όμως, όποιος ισχυρίζεται πως δεν ξέρει τίποτε, γνωρίζει.
»Όποιος λέει ότι το Πνεύμα δεν είναι γνωστό, εκείνος γνωρίζει. Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει, δε γνωρίζει τίποτε. Ο αμαθής πιστεύει πως το Πνεύμα βρίσκεται στη γνώση, ο σοφός γνωρίζει ότι βρίσκεται πέρα από τη γνώση.
«Το Πνεύμα γίνεται γνωστό μέσω αποκάλυψης. Οδηγεί στην Ελευθερία. Οδηγεί στη δύναμη. Η αποκάλυψη είναι η νίκη πάνω στο θάνατο.
»Ο άνθρωπος που ανακαλύπτει το Πνεύμα, βρίσκει την Αλήθεια. Αν αποτύχει, όμως, βυθίζεται στα κατώτερα επίπεδα. Εκείνος που μπορεί και διακρίνει το ίδιο Πνεύμα μέσα σε κάθε πλάσμα, δεν προσκολλάται σε κανένα από αυτά και κατακτά την αιώνια ζωή.

3

Κάποτε το Πνεύμα σχεδίασε να κερδίσουν οι θεοί μια μεγάλη νίκη. Με τον καιρό εκείνοι άρχισαν να καυχιούνται. Αν και η νίκη τους σχεδιάστηκε από το Πνεύμα, σκέφθηκαν πως τα έκαναν όλα μόνοι τους.
Το Πνεύμα είδε τη ματαιοδοξία τους και εμφανίστηκε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Είπαν: «Ποιο είναι τούτο το μυστήριο Πρόσωπο;»
Είπαν, λοιπόν, στη Φωτιά: «Φωτιά! Πήγαινε να δεις, ποιο είναι αυτό το μυστήριο Άτομο».
Η Φωτιά έτρεξε στο Πνεύμα. Το Πνεύμα τη ρώτησε ποια είναι. Η Φωτιά απάντησε: «Είμαι η Φωτιά. Όλοι με γνωρίζουν».
Έπειτα το Πνεύμα τη ρώτησε: «Τι μπορείς να κάνεις;» Η Φωτιά απάντησε: «Μπορώ να κάψω τα πάντα και καθετί σε τούτο τον κόσμο».
«Κάψε το», είπε το Πνεύμα, ακουμπώντας κάτω ένα άχυρο. Η φλόγα τύλιξε το άχυρο, αλλά δεν μπόρεσε να το κάψει. Τότε η Φωτιά έτρεξε βιαστικά στους θεούς και ομολόγησε πως δεν κατάφερε να ανακαλύψει ποι ήταν εκείνο το μυστήριο Άτομο.
Τότε οι θεοί ανέθεσαν στον Άνεμο να ανακαλύψει ποιο ήταν εκείνο το μυστήριο Άτομο.
Ο Άνεμος έτρεξε στο Πνεύμα και εκείνο τον ρώτησε ποιος είναι. Ο Άνεμος απάντησε: «Είμαι ο Άνεμος, ο Βασιλιάς του Αέρα».
Το Πνεύμα ρώτησε: «Τι μπορείς να κάνεις;» και ο Άνεμος απάντησε: «Μπορώ να διώξω μακριά καθετί και τα πάντα σε τούτο τον κόσμο».
«Φύσηξέ το μακριά», τον παρότρυνε το Πνεύμα, ακουμπώντάς κάτω ένα άχυρο. Ο Άνεμος φύσηξε πάνω του, αλλά δεν μπόρεσε να το μετακινήσει. Τότε έτρεξε βιαστικά στους θεούς και ομολόγησε πως δεν μπόρεσε να ανακαλύψει ποιο ήταν το μυστήριο τούτο Άτομο.
Τότε οι θεοί πήγαν στο Φως και του ζήτησαν να ανακαλύψει ποοι ήταν εκείνο το μυστήριο Άτομο. Το Φως έφθασε στο Πνεύμα αλλά Εκείνο εξαφανίστηκε στη στιγμή.
Τότε εμφανίστηκε στον ουρανό ένα όμορφο κορίτσι, η Θεά της Σοφίας, η κόρη των χιονισμένων Ιμαλαΐων. Το Φως πήγε κοντά της και τη ρώτησε ποιο ήταν εκείνο το μυστήριο πρόσωπο.

4

Η Θεά απάντησε: «Πνεύμα, μέσα από το Πνεύμα κατέκτησε το μεγαλείο σου. Προσευχήσου για το μεγαλείο του Πνεύματος». Τότε το Φως κατάλαβε πως το μυστήριο Πρόσωπο δεν ήταν άλλο από το Πνεύμα.
Να πως τούτοι οι θεοί – η Φωτιά, ο Άνεμος και το Φως – έφθασαν στην υπέρτατη αρχή. Προσέγγισαν το Πνεύμα και ήταν οι πρώτοι που το κάλεσαν.
Το Φως στέκεται πάνω από τη Φωτιά και τον Άνεμο. Επειδή βρίσκεται πλησιέστερα στο Πνεύμα από εκείνα ήταν το πρώτο που κάλεσε το Άτομο Πνεύμα.
Τούτο είναι το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού. Στην αστραπή, στο φως ενός ματιού, το φως ανήκει στο Πνεύμα.
Η δύναμη του νου όταν θυμάται και επιθυμεί, όταν σκέφτεται ξανά και ξανά, ανήκει στο Πνεύμα. Επομένως, ας διαλογισθεί ο νους στο Πνεύμα.
Το Πνεύμα είναι το Καλό μέσα σε όλα. Θα έπρεπε να λατρεύεται όπως το Καλό. Εκείνος που το αναγνωρίζει σαν Καλό εκτιμάται από όλους.
Με ρώτησες για την πνευματική γνώση, την εξήγησα.
Θεμέλια αυτής της γνώσης είναι η αυστηρότητα, ο αυτοέλεγχος και ο διαλογισμός. Σπίτι της είναι οι Βέντα, ναός της είναι η αλήθεια.
Όποιος το γνωρίζειθα υπερνικήσει κάθε κακό και θα απολαμβάνει τη Βασιλεία των Ουρανών, ναι, για πάντα θα απολαμβάνει την ευλογημένη Βασιλεία των Ουρανών.


ΟΙ ΔΕΚΑ ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΥΠΑΝΙΣΑΝΤ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ: ΣΡΙ ΠΟΥΡΟΧΙΤ ΣΟΥΑΜΙ & W. B. YEATS
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1992

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ – CARL GUSTAV JUNG



Το αρχέτυπο της μητέρας , όπως και οποιοδήποτε άλλο, εμφανίζεται με μια μεγάλη ποικιλία μορφών και όψεων. Εδώ θα αναφέρω μόνο μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές. Πρώτες σε σπουδαιότητα είναι η προσωπική μητέρα και η γιαγιά, η μητριά και η πεθερά. Μετά οποιαδήποτε γυναίκα με την οποία υπάρχει μια σχέση – για παράδειγμα, μια νοσοκόμα, μια γκουβερνάντα, ή ίσως μια μακρινή πρόγονος.
Μετά έχουμε τις μορφές που μπορούν να χαρακτηριστούν μητέρες με μεταφορική έννοια. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η θεά, και ιδιαίτερα η Μητέρα του Θεού, η Παρθένος και η Σοφία. Η μυθολογία προσφέρει πολλές παραλλαγές του αρχέτυπου της μητέρας, όπως για παράδειγμα τη μητέρα που επανεμφανίζεται σαν παρθένα κόρη στο μύθο της Δήμητρας και της Κόρης (το αττικό όνομα της Περσεφόνης), ή τη μητέρα που είναι επίσης η αγαπημένη, όπως στο μύθο της Κυβέλης και του Άττι. Άλλα σύμβολα της μητέρας με τη μεταφορική έννοια είναι εκείνα που αντιπροσωπεύουν το στόχο στη λαχτάρα μας για λύτρωση, όπως ο Παράδεισος, η Βασιλεία του Θεού, η Ουράνια Ιερουσαλήμ. Πολλά πράγματα που προκαλούν αφοσίωση ή συναισθήματα δέους, όπως για παράδειγμα, η Εκκλησία, ένα πανεπιστήμιο, μια πόλη ή μια χώρα, ο ουρανός, η γη, τα δάση, η θάλασσα ή τα στάσιμα νερά, ακόμη και η ύλη, ο κάτω κόσμος και η σελήνη, μπορεί να είναι μητρικά σύμβολα. Το αρχέτυπο αυτό συχνά συνδέεται με πράγματα και τόπους που αντιπροσωπεύουν τη γονιμότητα και την καρποφορία: το κέρας της Αμάλθειας, ένα οργωμένο χωράφι, ένας κήπος. Μπορεί ακόμη να αποδοθεί σε ένα βράχο, ένα σπήλαιο, ένα δέντρο, μια πηγή, ένα βαθύ πηγάδι, ή σε διάφορα δοχεία, όπως η κολυμπήθρα, ή σε λουλούδια με σχήμα δοχείου, όπως είναι το τριαντάφυλλο ή ο λωτός. Ο μαγικός κύκλος της μαντάλα, εξαιτίας της προστασίας που υποννοεί, μπορεί να θεωρηθεί μορφή του μητρικού αρχέτυπου. Τα κούφια αντικείμενα όπως οι φούρνοι και τα μαγειρικά σκεύη συνδέονται με το μητρικό αρχέτυπο. Το ίδιο ισχύει φυσικά για τη μήτρα, το αιδοίο και τα σύμβολά του και οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα. Σε αυτόν τον κατάλογο μπορούμε να προσθέσουμε πολλά ζώα όπως η αγελάδα και ο λαγός και γενικά τα ζώα που είναι ωφέλιμα για τον άνθρωπο.
Όλα αυτά τα σύμβολα μπορούν να έχουν ένα νόημα είτε θετικό και ευνοϊκό, είτε αρνητικό και κακό. Έναν τέτοιο διττό χαρακτήρα βλέπουμε στη θεά του πεπρωμένου (Μοίρα, Graeae, Norns). Κακά σύμβολα είναι η μάγισσα, ο δράκος (ή οποιοδήποτε άλλο ζώο που καταβροχθίζει ή περισφίγγει, όπως ένα μεγάλο ψάρι ή ένα ερπετό), ο τάφος, η σαρκοφάγος, τα βαθιά νερά, ο θάνατος, οι εφιάλτες και οι φοβέρες (Έμπουσα, Λίλιθ, κ.λπ.). Ο κατάλογος αυτός δεν είναι, βέβαια, πλήρης. Παρουσιάζει μόνο τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μητρικού αρχέτυπου.
Οι ιδιότητες που συνδέονται μαζί του είναι η μητρική φροντίδα και η συμπόνια, η μαγική εξουσία του θηλυκού, η σοφία και η πνευματική έξαρση που υπερβαίνουν τη λογική, οποιοδήποτε επιβοηθητικό ένστικτο ή παρόρμηση, όλα όσα είναι καλοκάγαθα, όλα όσα τρέφουν και συντηρούν, όλα εκείνα που υποθάλπτουν την ανάπτυξη και τη γονιμότητα. Ο χώρος του μαγικού μετασχηματισμού και της αναγέννησης, καθώς και ο κάτω κόσμος με τους κατοίκους του, διευθύνονται από τη μητέρα. Από την αρνητική πλευρά, το μητρικό αρχέτυπο μπορεί να αντιπροσωπεύει οτιδήποτε μυστικό, κρυφό και σκοτεινό. Την άβυσσο, τον κόσμο των νεκρών, ό,τι καταβροχθίζει, αποπλανεί και δηλητηριάζει, οτιδήποτε είναι τρομακτικό και αναπόφευκτο σαν τη μοίρα. Όλες αυτές οι ιδιότητες του αρχέτυπου της μητέρας έχουν περιφγραφτεί και τεκμηριωθεί στο βιβλίο μου Σύμβολα Μετασχηματισμού (Symbols of Transformation). Εκεί απέδωσα τη διπλή αμφιταλαντευόμενη φύση αυτών των ιδιοτήτων με τους όρους «η στοργική και τρομερή μητέρα». Ίσως το πιο γνωστό μας ιστορικό παράδειγμα αυτής της διπλής φύσης της μητέρας είναι η Παρθένος Μαρία η οποία, σύμφωνα με τις μεσαιωνικές αλληγορίες ήταν όχι μόνο η μητέρα του Κυρίου, αλλά και ο σταυρός του. Στην Ινδία «η στοργική και τρομερή μητέρα» είναι η παράδοξη Κάλι. Η φιλοσοφία Σάνκια (Sankhya) έχει αναλύσει το αρχέτυπο της μητέρας καταλήγοντας στην έννοια του πράκρτι (ύλη) και του έχει αποδόσει τις τρεις γκούνας ή θεμελιώδεις ιδιότητες: σέτβα, ράτζας, τάμας: καλοσύνη, πάθος και σκοτάδι(1). Αυτές είναι οι τρεις ουσιαστικές πλευρές της μητέρας: η καλοσύνη της που τρέφει και συντηρεί, ο οργιαστικός της συναισθηματισμός, και τα στύγια βάθη της. Εκείνο το ιδιαίτερο σημείο του φιλοσοφικού μύθου που δείχνει την Πρακρίτι να χορεύει μπροστά στον Πουρούσα για να του υπενθυμίσει τη «γνώση της διάκρισης» δεν ανήκει στο αρχέτυπο της μητέρας αλλά στην άνιμα, η οποία στην αντρική ψυχολογία εμφανίζεται στην αρχή αναμειγμένη με τη μητρική εικόνα.

Αν και η μορφή της μητέρας που εμφανίζεται στη λαϊκή παράδοση είναι λίγο πολύ παγκόσμια, η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν αναδύεται στην ατομική ψυχή. Κατά τη θεραπεία ασθενών εντυπωσιάζεται κανείς στην αρχή από τη φανερή σπουδαιότητα της προσωπικής μητέρας. Η μορφή της προσωπικής μητέρας παίζει τόσο σημαντικό ρόλο σε όλες τις περσοναλιστικές ψυχολογίες ώστε δεν κατάφεραν να ξεφύγουν πέρα από αυτή για να εξετάσουν άλλους αιτιώδεις παράγοντες. Η δική μου άποψη διαφέρει από εκείνη άλλων ιατρικοψυχολογικών θεωριών κυρίως στο ότι αποδίδω μια περιορισμένη αιτιολογική σημασία στην προσωπική μητέρα. Με άλλα λόγια, όλες εκείνες οι επιδράσεις που, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, ασκούνται στα παιδιά δεν προέρχονται από την ίδια τη μητέρα, αλλά μάλλον από το αρχέτυπο που προβάλλεται πάνω της, το οποίο της προσδίδει ένα μυθολογικό «φόντο» και την επενδύει με εξουσία και μαγικές ιδιότητες(2). Οι αιτιολογικές και τραυματικές επιδράσεις που παράγονται από τη μητέρα πρέπει να χωριστούν σε δύο ομάδες: 1) εκείνες που αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά ή στάσεις που υπάρχουν πραγματικά στη μητέρα, και 2) εκείνες που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά που διαθέτει μόνο φαινομενικά. Σε αυτή την περίπτωση οι πραγματικές επιδράσεις συνίστανται σε λίγο πολύ φανταστικές (δηλαδή αρχετυπικές) προβολές από την πλευρά του παιδιού. Ο ίδιος ο Φρόιντ είχε ήδη αντιληφτεί ότι οι πραγματικές αιτίες των νευρώσεων δεν είναι οι τραυματικές εμπειρίες, όπως υποψιαζόταν αρχικά, αλλά μια ιδιόμορφη ανάπτυξη της βρεφικής φαντασίας. Αυτό δε σημαίνει ότι μια τέτοια ανάπτυξη δεν μπορεί να έχει τις ρίζες της σε αρνητικές επιδράσεις που προέρχονται από τη μητέρα. Κι εγώ ο ίδιος έχω σαν κανόνα μου να αναζητώ το αίτιο των παιδικών νευρώσεων πρώτα στη μητέρα, γιατί ξέρω από πείρα ότι ένα παιδί είναι πολύ πιο πιθανό να αναπτυχθεί φυσιολογικά παρά νευρωτικά, και ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων μπορούμε να βρούμε σαφή αίτια της διαταραχής στους γονείς και ιδιαίτερα στη μητέρα. Το περιεχόμενο των νευρωτικών φαντασιώσεων του παιδιού μπορεί να αποδοθεί μόνο μερικά στη μητέρα, επειδή συχνά οι φαντασιώσεις αυτές περιέχουν ξεκάθαρα και προφανή στοιχεία που δεν είναι δυνατόν να αναφέρονται σε ανθρώπινα όντα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με μυθολογικά παράγωγα, όπως συμβαίνει συχνά στις παιδικές φοβίες όπου η μητέρα μπορεί να εμφανίζεται σαν ένα άγριο ζώο, μια μάγισσα, ένα φάντασμα, ένας δράκος, ένα ερμαφρόδιτο όν κ.ο.κ. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι αυτές οι φαντασιώσεις δεν έχουν πάντα σαφή μυθολογική προέλευση. Ακόμη και αν έχουν, οι ρίζες τους μπορεί να μη βρίσκονται πάντα στο ασυνείδητο αρχέτυπο αλλά να προέρχονται από παραμύθια ή τυχαίες παρατηρήσεις. Έτσι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνεται μια διεξοδική έρευνα. Για πρακτικούς λόγους, μια τέτοια έρευνα δεν μπορεί να γίνει τόσο εύκολα στα παιδιά όσο στους μεγάλους, που στη διάρκεια της αγωγής σχεδόν πάντα μεταβιβάζουν τις φαντασιώσεις τους στο γιατρό – ή για να είμαστε πιο ακριβείς οι φαντασιώσεις προβάλλονται πάνω του αυτόματα.
Όταν συμβεί αυτό, δεν κερδίζουμε τίποτε παραμερίζοντάς τες σαν γελοίες, γιατί τα αρχέτυπα βρίσκονται ανάμεσα στα αμετακίνητα κτήματα κάθε ψυχής. Αυτά αποτελούν το «θησαυρό στο χώρο των σκοτεινών σκέψεων» για τον οποίο μίλησε ο Κάντ. Για την ύπαρξη αυτού του χώρου έχουμε άφθονες ενδείξεις στις αμέτρητες ιστορίες θησαυρών που συναντάμε στη μυθολογία. Ένα αρχέτυπο δεν είναι ενοχλητική προκατάληψη. Γίνεται τέτοια μόνο όταν βρίσκεται σε λάθος χώρο. Οι αρχέτυπες εικόνες αυτές καθαυτές ανήκουν στις ύψιστες αξίες της ανθρώπινης ψυχής και κατοικούν στον ουρανό όλων των φυλών από αμνημονεύτων χρόνων. Θα ήταν μεγάλη απώλεια αν τις απορρίπταμε θεωρώντας τες ανάξιες λόγου. Ο σκοπός μας, επομένως, δεν είναι να αρνηθούμε το αρχέτυπο, αλλά να «διαλύσουμε» τις προβολές, ώστε να επαναφέρουμε τα περιεχόμενά τους στο άτομο που τα έχασε ακούσια όταν άρχισε να τα προβάλλει έξω από τον εαυτό του.


_______________
1. Αυτή είναι η ετυμολογική σημασία των τριών γκούνας. Βλέπε Βέκερλινγκ (Weckerling) Ananda-raya-makhi: Das Gluck des Lebens (Η Τύχη της Ζωής) σσ. 21 κ.ε., και Γκαρμπ (Garbe)Die Samkhya Philosophie (Η Φιλοσοφία των Σαμκύγια), σσ. 272 κ.ε. [Πβ επίσης Τσίμερ (Zimmer) Philosophies of India (Φιλοσοφίες της Ινδίας), αλφαβητικό ευρετήριο.]
2. Η αμερικανική ψυχολογία μπορεί να μας προσφέρει μια ατελείωτη σειρά τέτοιων παραδειγμάτων. Μαι καυστικότατη αλλά διδακτική σάτιρα πάνω σε αυτό το θέμα είναι η Γενιά των Εχιδνών (Generation of Vipers) του Φίλιπ Γουάιλι (Philip Wylie).



CARL GUSTAV JUNG
ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ 1988

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

ΤΑ 153 ΨΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΧΤΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΧΙΣΤΗΚΕ – FREDERICK-BLICK BOND – THOMAS SIMCOX LEA



Η Τέλεια Συμμετρία της Μορφής είναι χαρακτηριστική της Αναγεννημένης και τελειωμένης Φύσης, και το μέσον με το οποίο μπορούν να εκφρασθούν οι γεωμετρικές τελειότητες σε γραπτή μορφή είναι ο Αριθμός. Αλλά οι αριθμοί που σχετίζονται με τη γεωμετρική μορφή είναι κατά κύριο λόγο ασύμμετροι. Έτσι, για να υπηρετηθούν οι σκοποί της Γεματρίας έχει συμφωνηθεί μια σύμβαση ακέραιων αριθμών μέσω της οποίας κάθε αριθμητική τιμή θα αναπαρίσταται με ρητούς αριθμούς και με μια προσέγγιση μόνο της αλήθειας.
Ένας από αυτούς τους αριθμούς που έγιναν ακέραιοι είναι ο 153, ο αριθμός των Ψαριών στο δίχτυ που δεν σχίστηκε, στο θαύμα που έχει καταγραφεί στο Ιω. 21. Οι Πατέρες της εκκλησίας πίστευαν ότι ο αριθμός αυτός σημαίνει τον Αριθμό των Εκλεκτών. Και είναι ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα της γενικής μεθόδου της Γεματρίας, αφού συμβολίζει την εναρμόνιση της Ρίζας, ή της Γενεσιουργού Δύναμης του ΤΡΙΑ, με τη Μονάδα. Για το όφελος των αναγνωστών που μπορεί να ενδιαφέρονται για αυτό, προτείνουμε να εξηγήσουμε με συντομία αυτό το «μυστήριο» από τη μαθηματική του πλευρά.
Οι αριθμοί κάτω από το 100 είναι εύκολο να χρησιμοποιηθούν στους υπολογισμούς και παρέχουν ένα κατάλληλο θεμέλιο για την οικοδόμηση μεγαλύτερων σειρών μέσω πρόσθεσης ή πολλαπλασιασμού. Επομένως, το ποθούμενο θα ήταν κάποιος αριθμός ή κάποιοι αριθμοί κάτω από το 100 που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια τέτοια ποσότητα. Υπάρχουν τρεις ή περισσότεροι τέτοιοι αριθμοί, και τρεις ιδιαίτερα που δίνουν μια πολύ κοντινή προσέγγιση της αλήθειας, τόσο κοντινή, ώστε να ικανοποιούν πληθωρικά τους σκοπούς της Γεματρίας.
Ο πρώτος από αυτούς τους αριθμούς είναι ο 26, που είναι το ισοδύναμο στη Γεματρία του Εβραϊκού Τετραγράμματου יהוה Ιεχωβά, ή πιο σωστά Γιαχβέ.
Ο δεύτερος είναι 71, η βάση του Ελληνικού Τετραγράμματου ΘΕΟΣ που έχει τον αριθμό 284 ή 4x71.
Ο τρίτος και πιο τέλειος, σχηματίζεται με την ένωση των δύο προηγουμένων 26+71=97, και αυτός είναι η βάση του μυστικού Ελληνικού Τετραγράμματου ΙΕΟΥ=485 ή 5x97.
Το 26 είναι 15x√3, 71 είναι 41x√3, και 97 είναι 56x√3,
έτσι ώστε 15:26
41:71
56:97 που το άθροισμά του είναι = 153
εκφράζουν όλα το λόγο 1:√3
Όλοι αυτοί οι αριθμοί είναι βάσεις σειρών με εναρμονισμένα νοήματα σύμφωνα με τη Γεματρία, και με την ένωσή τους διαμορφώνονται άλλες αρμονίες. 97+56 είναι 153, και αυτός είναι ένας από τους κύριους αριθμούς αυτού του είδους. Συμβολίζει τη Μονάδα σε συνδυασμό με τη γενεσιουργό δύναμη του Τρία.
Καθώς το Οκτώ είναι ο αριθμος του Σωτήρα, και 153 ο αριθμός αυτών που σώθηκαν, η διαδικασία της σωτηρίας επιτυγχάνεται με το Δίχτυ, που ως ΤΟ ΔΙΚΤΥΟΝ έχει τον αριθμό 8x153, ή 1224, έναν αριθμό που μπορεί να διεκδικήσουν και τα ψάρια, αφού ΙΧΘΥΕΣ = 1224. Και είναι ο αριθμός του Λόγου του Πατέρα, Ο ΠΑΤΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ. Το Δίχτυ της Σωτηρίας απεικονίζεται, επίσης, ως τα Τείχη της Ουράνιας Πόλης, ένας τετράπλευρος αριθμός, αφού ΤΑ ΤΕΙΧΗ = 1224. Μέσα στο τετράγωνο βρίσκεται το κάστρο, ένας κύκλος με το ίδιο πλάτος, που το μέτρο του είναι το μέτρο της Νέας Ιερουσαλήμ – Η ΚΑΙΝΗ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ = 961, που είναι Ο ΟΥΡΑΝΟΣ.
Έτσι οι ΙΧΘΥΕΣ ρνγ’ είναι 1377, ίσοι με το Δίχτυ και το 153, και αυτός σύμφωνα με τη Γεματρία είναι ο αριθμός του Α-Ω μαζί με το ΠΝΕΥΜΑ, όπως και του ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΟΣΜΟΥ.
Αυτή η συμμετροποίηση των ασύμμετρων ποσοτήτων, και η μετατροπή σε ακέραιους των κλασματικών αριθμών, φαίνεται να αντιμετωπίζεται γενικά στη Διδασκαλία της Καμπαλά σαν ένας τύπος και σύμβολο της Σωτηρίας. Και η σχέση που βρίσκουμε να υπάρχει μεταξύ κάποιων λέξεων, όπως ο ΣΩΤΗΡ και ο ΙΧΘΥΣ, που είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας πολυάριθμης κατηγορίας, προσφέρει μια έξοχη απόδειξη αυτού το γεγονότος. Οι δύο αυτοί αριθμοί διαπιστώνεται ότι σχετίζονται όπως 2:√3, ή όπως η διάμετρος ενός κύκλου προς την πλευρά ενός ισοσκελούς τριγώνου εγεγραμμένου μέσα στον κύκλο.
Μια αναφορά στο Πρώτο Βιβλίο του Ευκλίδη, στην Πρόταση Ι, θα δείξει ότι η τελευταία αυτή γραμμή βρίσκεται μέσα στην τομή δύο κύκλων, και είναι το μέτρο της Vesica* που διαμορφώνεται από την τομή τους. Η ιστορική και παραδοσιακή σημασία αυτής της Καμπαλά, συνδυασμένη με την εξαιρετική φύση της Γεματρίας που βλέπουμε ότι συνδέεται με αυτή, χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά.


___________________ 
*Vesica







FREDERICK-BLICK BOND – THOMAS SIMCOX LEA
ΓΕΜΑΤΡΊΑ
Η Πνευματική Γεωμετρία των Αριθμών στις Γραφές
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΙΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1996